Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Η ΠΡΑΣΙΝΗ ΝΕΡΑΙΔΑ


Η ΠΡΑΣΙΝΗ ΝΕΡΑΙΔΑ

Παρίσι 1898

Τα βράδια τα περνάω εδώ, σε αυτό το καμπαρέ. Δεν προβλέπω κάτι για το μέλλον μου. Έχω μάθει στην ζωή μου να δουλεύω σκληρά, να βγάζω το ψωμί μου έντιμα. Η μοίρα με χτύπησε άσχημα κάμποσα χρόνια πριν, μετά τον γάμο μου με την πιο όμορφη κοπέλα.

Μια κοπέλα, που η αθωότητα της και το νεανικό της δέρμα, με έκανε να κοκκινίζω. Σαν σιδεράς, έχω καλό εισόδημα, όλοι θέλουν κάποια επισκευή στα σιδερικά και στα πέταλα των αλόγων. Έτσι οι γονείς της μου την δώσανε. Η προίκα της δεν ήταν μεγάλη, άλλα η ομορφιά της με έκανε να ανατριχιάζω.

Δούλευα σκληρά για να στήσω το σπιτικό μας, και όταν έμεινε έγκυος, ήμουν διπλά χαρούμενος. Ήθελα έναν γιο, με την ομορφιά της γυναίκας μου και την δουλειά του σιδερά, θα γινόταν ένας έντιμος άντρας. Δεν περίμενα καλύτερη μοίρα για το όνομα που μου έδωσε ο πατέρας μου. Άλλα η γυναίκα μου, πέθανε στην γέννα, μαζί με τον κληρονόμο γιό μου.

Από τότε, ξεκίνησα αυτή την κακιά συνήθεια. Κάθε βράδυ πεθαίνω ανάμεσα στις πόρνες αυτού του καμπαρέ και πνίγομαι μέσα στο αψέντι.

<<Γιατί είσαι στεναχωρημένος.>> άκουσα μια τρυφερή, ψιλή γυναικεία φωνή. Μία γυναίκα καθόταν δίπλα μου, κομψή μέσα στο αέρινο πράσινο φόρεμα της. Η πράσινη αύρα που λαμπύριζε γύρω της, τόνιζε το παρουσιαστικό και την σιλουέτα της. Το πρόσωπο της, ήταν σχεδόν ίδιο της νεκρής γυναίκας μου, μόνο που τα μάτια της ήταν έντονα πράσινα. Το μυστήριο βλέμμα της σταθερό πάνω μου, με υπνώτιζε.

<<Ποια είσαι.>> ρώτησα σαστισμένος.

<<Είμαι η πράσινη νεράιδα.>> η μελωδική της φωνή πλημμύρισε τα αυτιά μου, απέκλεισε κάθε είδος φασαρίας μέσα στο καμπαρέ, από τους άντρες που γλεντούσαν και τις γυναίκες που χαχανίζοντας, κολλούσαν πάνω τους για λίγα φράγκα.

Είναι παραίσθηση, κάνει κόλπα το μυαλό μου. Η γυναίκα μπροστά μου, δεν ταιριάζει με την εικόνα αυτού του καταγωγίου, μοιάζει με ξωτικό από άλλο κόσμο. Μα γιατί μου φαίνεται τόσο οικία, το τρυφερό της βλέμμα με μαγνητίζει.

<<Δεν έχω να περιμένω κάτι από την ζωή.>> απάντησα και ήπια άλλη μια γουλιά από το αψέντι. <<Η συντέλεια του κόσμου έρχεται σε δύο χρόνια.>> γέλασε.

<<Έχεις να περιμένεις εμένα.>> το γέλιο της σαν μια οκτάβα από πιάνο. Σηκώθηκε αέρινα από το παλιό ξύλινο σκαμπό, φαινόταν σαν να μην ακουμπούσε πάνω στην γη. <<Έλα.>> άπλωσε το χέρι της με το φωτεινό δέρμα, με καλούσε.

Χωρίς να σκεφτώ, κατάπια το υπόλοιπο αψέντι. Ακολούθησα την αύρα της που απομακρυνόταν, άφηνε ένα πέπλο πράσινης φεγγαρόσκονης, ανάμεσα από τους μποέμικους μπεκρήδες και τα ξέχειλα ποτά.

Ανέβηκα τις σκάλες προς τα ιδιωτικά δωμάτια, περίμενα πως θα είναι εκεί, δεν την βρήκα πουθενά. Έψαξα απελπισμένος μέσα στα δωμάτια, άλλα οι γυναίκες που έβρισκα, δεν της έμοιαζαν. Ήταν οι κατώτερες γυναίκες του Παρισιού, ουδεμία σχέση με την μαγική γυναίκα που ήταν πριν λίγο δίπλα μου. Εξαφανίστηκε, να ήταν αληθινή άραγε.

Επέστρεψα πίσω στο ξεχειλωμένο σκαμπό του μπαρ, μόνος μου. Παρήγγειλα άλλο ένα αψέντι. Ευχόμουν αυτό το πράσινο υγρό να ξαναφέρει πίσω την πράσινη νεράιδα μου.


Created by Diana Chemeris

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου