Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ξεκινήσαμε πολλοί, απομείναμε λίγοι πάνω στο μεγάλο ξύλινο πλοίο που θα μας μετέφερε στην Αμερική, την ήπειρο που κάποιος Κολόμβος ανακάλυψε.

Ξεκινήσαμε με όνειρα, για μια καινούρια ζωή. Η Ιρλανδία δεν μας προσέφερε τίποτα, οι πλούσιοι πάταγαν τους φτωχούς, στους φτωχούς δεν έφταναν τα λεφτά για να ταΐσουν τις οικογένειες τους και κάθε χρόνο, ο χειμώνας που ερχότανε, ήταν πιο βαρύς από τον προηγούμενο.

Μας μίλησαν για τον Νέο Κόσμο, πως πολλές οικογένειες μετοίκησαν εκεί και έγιναν πλούσιες, μας γέμισαν με φιλοδοξίες. Μία χώρα που δεν διακρίνει, μια χώρα ολοκαίνουρια, που οι ευκαιρίες δεν λιγοστεύουν, μια χώρα νεογέννητη που θα μας δεχόταν χωρίς αμφισβήτηση. Μας διαβεβαίωσαν πως είμαστε η γενιά που θα την μεγάλωνε, που με διάθεση και κόπους, θα την ονομάζαμε πατρίδα, η δικιά μας πατρίδα.

Έτσι, δεν αργήσαμε να ανεβούμε, με τον άντρα μου και τα δύο μας παιδιά, πάνω στο επιβλητικό πλοίο με τα βαθύ μπλε πανιά. Πουλήσαμε το σπίτι μας, όλα μας τα ζώα, και με λίγα υπάρχοντα ξεκινήσαμε για το άγνωστο, με ελπίδα μια καλύτερη ζωή.

Το πλοίο ήταν γεμάτο από συμπατριώτες με την ίδια επιθυμία. Αναγνωρίζαμε την φτώχεια στα μάτια τους, και τα καινούρια όνειρα που εμφύτευσε αυτό το μεγάλο ταξίδι. Σαλπάραμε χαρούμενοι, γεμάτοι προσδοκίες, και τελικά συναντήσαμε μια μοίρα, χειρότερη από την προηγούμενη.

Στην αρχή, λίγοι αρρώστησαν, ξεκίνησαν με εμετούς, πυρετό και πόνους στο στομάχι. Λίγες μέρες αργότερα έφτυναν αίμα, χλωμοί και εξαντλημένοι, προσευχόντουσαν να τελειώσει το μαρτύριο τους. Έπεσαν τα πρώτα πτώματα, όσο περνούσε ο καιρός, ο αριθμός μεγάλωνε. Δυστυχία απλώθηκε στο πλοίο, ο πληθυσμός μειωνόταν, σχεδόν κανένας δεν μπορούσε να ξεφύγει. Σαν φάντασμα που στοίχειωσε το κατάστρωμα, έσβησε τα χαρούμενα και υποσχόμενα χαμόγελα από τα πρόσωπά μας. Με συντροφιά το θάνατο, περιμέναμε με αγωνία το επόμενο θύμα.

Κατάρα λέγανε, από τους πλούσιους που αψηφήσαμε και αφήσαμε πίσω. Άλλοι μιλάγανε για μάγισσες που επιβιβάστηκαν μαζί μας, και έκαναν το έργο του Σατανά. Όλοι ψάχναμε την πηγή του λοιμού, μέχρι που ο παπάς που μας συντρόφευε, έπεσε θύμα της. Ούτε ο καπετάνιος τα κατάφερε, οι ναυτικοί οδηγούσαν το πλοίο στα τυφλά, πολεμώντας με τα άγρια θυμωμένα κύματα. Προσευχόμασταν στον Θεό να μην συνεχίσει την τιμωρία μας, να μας συγχωρήσει που τολμήσαμε να απαρνηθούμε την πατρίδα που μας έδωσε.

Δεν είχαμε άλλη επιλογή, από το να πετάμε τα πτώματα στην θάλασσα. Στο μακρύ ταξίδι, είδα να πετάνε μέσα στην θάλασσα τον άντρα μου, και αμέσως μετά την μικρή μου κόρη.

Όταν φτάσαμε, επιτέλους, στην ευλογημένη χώρα. Κράταγα στα χέρια μου τον άρρωστο γιο μου, τα συμπτώματα του ήταν προχωρημένα. Μας έβαλαν αμέσως σε καραντίνα, για να μην μολύνουμε με την αθεράπευτη αρρώστια μας, τους ντόπιους που έφτασαν πριν από μας. Δεν μας πλησίαζε κανείς, είδα τον γιο μου να ξεψυχάει στην γωνία του σφραγισμένου στάβλου, άλλο ένα πικρό χτύπημα από την τιμωρία του Θεού. Και τώρα με την σειρά μου, με χαμένη την ελπίδα για το αύριο, περιμένω ολομόναχη, να ξεψυχήσω σε μια άγνωστη καταραμένη γη.


Created by Diana Chemeris

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου