Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΕ


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΕ

Είναι δυνατόν να είναι αληθινός ο Θρύλος, αυτός που οι πρόγονοι μου πρόβλεψαν, ή είναι απλά ιστορίες για παιδιά. Αυτός! Ο Θεός Κετζαλκόατ, ο Θεός του αέρα, βρίσκεται μπροστά μου, με σάρκα και οστά. Είναι δυνατόν άραγε.

Δεν είναι σαν τους ανθρώπους του λαού μου, αυτός είναι διαφορετικός. Το δέρμα του είναι κάτασπρο σαν τα άσπρα σύννεφα που κινεί ο άνεμος, το γένι του επιβλητικό στο πρόσωπο του, τα κόκκινα μαλλιά του καίνε σαν φωτιά στην κεφαλή του, και τα μάτια του στο χρώμα που δεν κατέχει κανένας από τους ανθρώπους μου, πράσινα. Είναι ίδιος με την εικόνα που απεικονίζεται στους θρύλους, έτσι όπως τον περιγράφουν γενεές τώρα.

Δεν είναι άνθρωπος αυτός, μα ναι, είναι ο Θεός των θρύλων. Είναι δυνατόν. Πώς έφτασε εδώ, από πού εμφανίστηκε. Δεν υπάρχει άλλος τόπος πέρα από την χώρα των Αζτέκων, η χώρα μου είναι πλούσια και ιερή, δεν υπάρχει τίποτα πέρα από την θάλασσα. Και όμως αυτός ήρθε από την θάλασσα, τον έφερε καβάλα ο άνεμος.

Μα ναι, αυτός είναι Θεός. Φυσούσε την μέρα που μπήκε στο βασίλειο μου, και κάθε φορά που έρχομαι κοντά του, νιώθω ένα απαλό αεράκι, κρύο. Ο άνεμος ανακατεύει τα μαλλιά του, φαίνεται πως το απολαμβάνει, του ανήκει. Μα δεν μπορεί να είναι συμπτώσεις, αυτός είναι ο Θεός του αέρα. Το πρόβλεψαν οι θρύλοι, δεν μπορεί να λένε ψέματα. Δεν κάνω λάθος, δεν υπάρχει άλλος όμοιος του, αυτός είναι.

Αυτή η Ινδιάνα γυναίκα που τον ακολουθεί, η ερωμένη που διάλεξε να έχει, κατάγεται από μία εχθρική φυλή που κυβερνάμε. Συνωμοτεί εναντίον του λαού μου ή ακολουθεί διαταγές του Θεού της, του Θεού μου, του Θεού μας. Ψιθυρίζει σιγανά στο αυτί μου, σκέψεις και διαταγές. Ο Θεός Κετζαλκόατ πρέπει να φύγει λέει, να συναντήσει τους άλλους θεούς, θα γυρίσει με δώρα και πλούτη, αμύθητα και πέρα φαντασίας από το ίδιο το βασίλειο μου. Την ακούω, γιατί την άκουσα?

Γιατί οι ακόλουθοι που άφησε πίσω να μας προστατέψουν, έσφαξαν τους ευγενείς του λαού μου, αφού πήγαν να προσευχηθούν στον ναό μας. Είναι και αυτοί Θεοί που εξοργίστηκαν για κάποια αναίδεια, ή απλά δαιμόνια που ακολουθούν τις διαταγές του Θεού. Γιατί εξαπέλυσε την οργή του πάνω μας, γιατί μας τιμωρεί. Του έστειλα δώρα, τον ευχαρίστησα για την εμφάνιση του, μας τίμησε αυτόν τον χρόνο μέσα στους θρύλους των αιώνων. Τον φιλοξένησα, τον τάισα, υποκλίθηκα μπροστά του όπως μόνο σε Θεό άξιζε. Μα πού τον πρόσβαλα?

Μάλλον έκανα λάθος, υπήρξα αφελής, δεν ήταν Θεός αυτός. Πριν πάρω την τελευταία μου πνοή, πρόδωσα τον λαό μου. Άφησα να καταστρέψουν τους ναούς μας, να βάλουν τις δικές τους εικόνες με άλλα πρόσωπα, θεότητες που δεν γνωρίζω. Έτσι ζήτησε ο Θεός Κετζαλκόατ, αυτό απαίτησε, νόμιζα πως ήταν το σωστό, να κάνω το θέλημα του. Ατίμασα εμένα, ως αυτοκράτορας των Αζτέκων, ατίμασα τον λαό που προοριζόμουν να προστατέψω. Τους πρόσταξα να υπακούσουν έναν βάρβαρο. Οι άνθρωποι μου στράφηκαν εναντίον μου, με πετροβόλησαν, με ύβρισαν, άφησα έναν ξένο να μπει μέσα στον τόπο μας και τον ανακήρυξα Θεό.

Έκανα λάθος άραγε, μα το λένε οι θρύλοι. Με ξεγέλασαν τα μάτια μου και η τυφλή μου πίστη, μήπως ήταν τρέλα. Γιατί με πρόδωσε ο Θεός που λάτρευα, γιατί με σκότωσε?

Created by Diana Chemeris

* Αναφορά στα γεγονότα της εισόδου του Ισπανού Κορτές το 1518, στην πρωτεύουσα των Αζτέκων, την Τενοτστιτλάν. Εκεί, ο βασιλιάς Μοντεζούμα, λόγω των θρύλων μπέρδεψε τον Κορτές με θεότητα. Μία παράξενη ιστορία για το πώς, η χώρα αυτή, κατακτήθηκε.

Πηγή: "Εξουσία και Απληστία" του Philippe Gigantes

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου