Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Ο ΔΟΥΚΑΣ


Ο ΔΟΥΚΑΣ

Διψάω, μου παρέχουν νερό, δροσερό όσο και αυτές. Πεινάω, με περιμένει ένα πλουσιοπάροχο γεύμα, φτιαγμένο από αυτές. Ότι καπρίτσια και θελήματα έχω, οι διαταγές μου εκπληρώνονται, χάρη σε αυτές.

Κουβαλάω τον τίτλο του Δούκα, δεν είμαι κανένας τυχαίος. Έχω προσφέρει υπηρεσίες στο κράτος και προσωπικές χάρες. Τα χρήματα μου μοιράζονται σε κτήματα και κτίρια, από τα οποία αποκτάω ένα γερό εισόδημα.

Έτσι έφτιαξα την αυτοκρατορία μου, την περιουσία μου. Με καλές συμφωνίες, σκληρή δουλειά και γερή κληρονομιά. Είμαι ένα επίτιμο και γνωστό μέλος της κοινωνίας, απαιτώ σεβασμό, γρηγοράδα και υπακοή.

Οι διαταγές μου μπορούν να είναι πολλές, ένα απλό μπάνιο ή ανακαίνιση του κάστρου για τον επόμενο χορό προς τιμήν της αριστοκρατίας της τάξης μου. Τίποτα δεν λείπει από την ζωή μου. Τα γούστα μου είναι εκκεντρικά και εκλεκτικά, όπως και τα πιο βαθιά μου πάθη.

Κάθε καλοκαίρι προσλαμβάνω μια καινούρια υπηρέτρια. Η ομορφιά της πρέπει να είναι αγνή και η υπακοή της πιστή. Δεν ανέχομαι να μην κάνουν σωστά την δουλειά τους, ειδικά αυτά τα κοριτσάκια που το μόνο που κατέχουν στην ζωή τους είναι μισθός και στέγη που παρέχω για τις υπηρεσίες τους.

Το κάστρο μου έχει πολλά δωμάτια, άνετα και όμορφα, εκεί τις στεγάζω. Άμα είναι υπάκουες, παίρνουν ανταμοιβή, στις καλύτερες χαρίζω διαμάντια. Όχι, δεν μου φτάνει μόνο μια, θέλω να έχω επιλογές, όπως οι καθημερινές μου δραστηριότητες είναι προσεχτικά διαλεγμένες και διαφορετικές.

Όταν πεινάσω, με ταΐζουν. Όταν διψάσω, με ξεδιψάνε. Όταν έχω άλλες ορέξεις, σκοτεινές, τις εκπληρώνουν.

Είναι κοινό μυστικό πια μέσα στον προσωπικό μου κύκλο η συλλογή των φτωχών γυναικών και οι παραξενιές μου. Όταν φτάνει η πανσέληνος, τις φωνάζω κοντά μου, τις στήνω στη σειρά και επιλέγω τις πιο ποθητές εκείνες τις μέρες. Αργότερα θα με συναντήσουν στις πιο βαθιές κάμερες του κάστρου, στο υπόγειο κοντά στο παλιό μπουντρούμι. Εκεί που οι φωνές πνίγονται και οι σκοτεινές φαντασιώσεις μου μένουν μυστικές.

Στην γέμιση του φεγγαριού όλα επιτρέπονται, μια ερωτική βραδιά που δαμάζονται οι πιο ατίθασες και νεανικές ενέργειες. Κεριά, μαχαίρια, αλυσίδες, βέργες. Όλα επιτρέπονται στο κρυφό δωμάτιο. Κάποιες φορές είμαι σκληρός, τις δένω, τις μαστιγώνω, τις ξυλίζω, ξέρω πως τους αρέσει. Μόνο απόλαυση ακούγετε από το στόμα τους εκείνες τις μαγικές βραδιές, είναι και εκείνες διεστραμμένες πάνω στον σαδισμό μου. Μέχρι να φύγει η νύχτα απομένω ευχαριστημένος από την φωτεινή ακτίνα της ηδονής που διαλύθηκε μέσα μου.

Απόψε ποια να διαλέξω?


Created by Diana Chemeris

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ


ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ

Μετανιώνω. Έπρεπε να κρατήσω την ψυχραιμία μου, άλλα όταν πίνω κάποια ποτηράκια παραπάνω, είναι αδύνατον, παραφέρομαι. Λένε πως βγαίνει ο αληθινός εαυτός όταν μεθάς, αν είναι έτσι, τότε πρέπει να τρομάζω με τον δικό μου εαυτό.

Δεν έχω παραφερθεί ξανά τόσο πολύ, απλά έτυχε. Τώρα που το σκέφτομαι αντέδρασα υπερβολικά, ίσως με έφερε και στα όρια μου, κάποιοι άντρες το κάνουν αυτό. Από την νηφάλια οπτική γωνία είναι αστείος ο λόγος που τσακωθήκαμε. Αν δεν πίναμε, τίποτα από αυτά δεν θα είχε συμβεί.

Εγώ φταίω, εγώ τον έφερα στην κατάσταση που βρίσκεται από μια ανοησία, είμαι παρόμοια με έναν εγκληματία. Δεν άντεξα τις φωνές, ενώ έπρεπε να κάνω λίγη υπομονή, να κρατηθώ, να σκεφτώ τις επιπτώσεις, να δείξω κατανόηση ή να παραμείνω μονάχα στις φωνές. Σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει λένε. Εγώ γάβγισα, και δάγκωσα.

Ήταν σκληρός μαζί μου, έλεγε λόγια που δεν άντεχα να ακούω. Έλεγα λόγια που δεν ήθελα να πω. Τσακωνόμασταν χαμηλόφωνα σε εκείνο το τραπέζι για δύο, μέσα στο κοσμικό ρεστοράν. Δεν θέλαμε να τραβήξουμε την προσοχή όμως οι λέξεις άρχισαν να γίνονται έντονα δυνατές, όπως οι χειρονομίες.

Γιατί τσακωνόμασταν, δεν θυμάμαι. Σχολίασε για κάποιον παλιό αγαπημένο που συνάντησα τυχαία, έτυχε να με πάρει τηλέφωνο μετά από αυτό. Ανταπέδωσα κακότροπα για την κοπέλα που συνεχίζει να κάνει παρέα, ενώ είχαν σχέση παλιότερα. Το ένα έφερε το άλλο. Μετά μπερδεύτηκε το θέμα, παράπονα, απειλές τερματισμού σχέσεις, και κατηγορίες.

Δεν είμαι γυναίκα που ανέχομαι να μου μιλάνε έτσι, εκείνη την στιγμή μου φάνηκε καλή ιδέα να του δώσω ένα μάθημα, να τον τιμωρήσω, να δείξω ποια έχει το πάνω χέρι. Με απειλητικό χαμόγελο έπιασα το ποτήρι, δεν άκουγα πια τις λέξεις από το στόμα που κουνιόταν επιδεικτικά, τα αυτιά μου βούιζαν κάτω από τις ήρεμες συνομιλίες των διπλανών.

Δεν τον απείλησα, όχι, ούτε προειδοποίησα. Η κίνηση έγινε απότομα μηχανική, με ψυχρότητα. Έβαλα στόχο το κρανίο του. Δεν περίμενα να πεταχτεί με τόσο μίσος και να πετύχει το βέλος που έριξα. Έγινε θρύψαλα μόλις τον ακούμπησε. Αίματα έτρεχαν από την κορυφή της κεφαλής του, τα αποπροσανατολισμένα και πανικοβλημένα του μάτια έψαχναν να βρουν την αιτία και το νόημα αυτού που έκανα. Κατατρομαγμένος από το κόκκινο χρώμα που έλουσε το κοστούμι και τα χέρια του, λιποθύμησε.

Αντέδρασα υπερβολικά, έπρεπε να σκεφτώ παραπάνω την κίνηση αυτή, τρομάζω με τον εαυτό μου. Ντρέπομαι να τον αντικρίσω στο νοσοκομείο, παραλίγο να σκοτώσω τον άντρα που αγαπώ.


Created by Diana Chemeris

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

ΝΙΩΘΕΙΣ


ΝΙΩΘΕΙΣ

Νιώθεις? Τον έρωτα που δεν έφυγε. Τα φιλιά, τα χάδια, τα γλυκόλογα που έμειναν, και ας μην είμαστε μαζί. Νιώθεις? Την σπίθα που δεν έσβησε, δεν μπορεί να σβήσει, μια φλόγα που αντιστέκεται στον άνεμο. Νιώθεις? Πως ακόμα νιώθω όπως νιώθεις και εσύ, πως κάθε βράδυ ακόμα κοιμάμαι μαζί σου.

Θυμάσαι? Τότε που είμασταν ερωτευμένοι. Κανένας δεν μας σταμάταγε, κανένας δεν έμπαινε στην μέση, κανένας δεν υπήρχε. Μόνο εσύ και εγώ. Θυμάσαι? Ματιές, υποσχέσεις, πράξεις που δεν ξεχάστηκαν, θαμμένες στην καρδιά σε ένα μυστικό σεντούκι, σαν θησαυρός. Θυμάσαι? Ούτε εσύ τα έχεις ξεχάσει, κάθε φορά που θυμάσαι χαμογελάς.

Νιώθεις, την σκέψη σου να καλπάζει προς τα εμένα, με φωνάζει να στραφώ. Την αποδιώχνεις γιατί φοβάσαι να αισθανθείς, μην την διώχνεις σου λέω, σε φωνάζω. Νιώθεις, τη καρδιά σου που περνάει χίλια συναισθήματα όταν η εικόνα μου εμφανίζεται στο μυαλό, και κάπου εκεί είναι κρυμμένο ένα γλυκό χαμόγελο, ένα ξεχασμένο σ ’αγαπώ.

Θυμάσαι, τότε που ερωτεύτηκες εσύ εμένα και εγώ εσένα. Αγκαλιά στην παραλία, με ένα μπουκάλι κρασί, τα άστρα μας έκαναν συντροφιά τις στιγμές που γράφαμε στο συμπαντικό ημερολόγιο, μαζί για πάντα λέγαμε. Θυμάσαι, αυτά τα ίδια άστρα κοιτάς και τώρα και απορείς που πήγαν όλα.

Θυμάσαι. Νιώθεις. Δεν έφυγαν, δεν θα φύγουν ποτέ. Θα παραμείνουν κρυμμένα στις αναμνήσεις, μην τα αποδιώχνεις. Ένα χαμόγελο μας ένωσε, μία ντροπαλή λεξούλα, βρεθήκαμε ανάμεσα σε τόσο κόσμο, μοιραστήκαμε στιγμές, ενώσαμε ζωές. Και όμως, εσύ και εγώ βρεθήκαμε τυχαία, αγαπήσαμε. Και θα σου πω ένα μυστικό, αυτά δεν διαγράφονται.

Όσο και να προσπαθώ να τα σβήσω κάποιες φορές, άλλες τόσες θέλω να τα κρατήσω. Τα φυλάω σαν ένα δώρο, γιατί αυτά τα πράγματα μας έκαναν να ζήσουμε, να ερωτευτούμε. Χωρίς εμένα και εσένα δεν θα τα ανακαλύπταμε ποτέ. Χωρίς έμενα και εσένα η καρδιά θα κοιμόταν ακόμα, παγωμένη γεμάτη άγνοια.

Και ας χωρίσαμε δεν πειράζει, παραμένουν όλα δίπλα μας, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε μέρα η θύμηση αυτού που είχαμε. Και ας ζούμε με άλλους δεν πειράζει, θα ανακαλύψουμε άλλα τόσα μαζί τους, μία αγάπη αληθινή που βρίσκεται ανάμεσα σε τόσους εραστές. Δεν αποτύχαμε, αντιθέτως θριαμβεύσαμε.

Νιώθεις? Θυμάσαι που στα έλεγα, ένα κοινό μυστικό είναι όλα και εμείς το ανακαλύψαμε μαζί. Μην ξεχνάς τις αγάπες σου γιατί φεύγουν. Μένει μόνο το αίσθημα, αυτό που προσπαθείς μάταια να σβήσεις, μην το κάνεις. Ζήσε το, αγάπησε το, η στιγμή δεν πέρασε, είναι πάντα εκεί. Και αύριο που θα συναντηθούμε κάτω από τα ίδια αστέρια, θα ανταλλάξουμε ένα ευχαριστώ στα χείλη, επειδή τα καταφέραμε. Θυμάσαι? Νιώθεις? Αγαπάς?


Created by Diana Chemeris

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Η ΓΡΑΒΑΤΑ


Η ΓΡΑΒΑΤΑ

Με πνίγει αυτή η γραβάτα, όπως με πνίγει αυτή η γυναίκα. Με σφίγγει γερά στον λαιμό, έχει κάτσει κόμπο. Κάνω υπομονή, την φτιάχνω, αυτή σφίγγει ξανά, λες και το κάνει επίτηδες. Κάθε φορά θέλω να την ξελύσω, δεν το κάνω, μου αρέσει πολύ η συγκεκριμένη γραβάτα, όπως η συγκεκριμένη γυναίκα.

Κάθεται στον καναπέ, φλυαρεί. Λέξεις που δεν καταλαβαίνω, δεν βγάζω νόημα. Φλυαρεί για την σχέση μας, με κατηγορεί χωρίς λόγο. Γιατί.

Τι παράπονο έχει πάλι. Εγώ την προσέχω. Της παρέχω τα ταξίδια της, τα δώρα της, την ασφάλεια της, κρατάω μια σχέση που την καλύπτει. Γυναίκα με απαιτήσεις, κανονικά δεν πρέπει να παραπονιέται, δεν της λείπει τίποτα. Μόνο γκρίνια, με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένη. Παντού βρίσκει λόγο να τσακώνεται, να μουρμουρίζει. Μαλάκα και μουνόπανο ακούω από το στόμα της.

Νεύρα. Είμαι και εγώ ένας άντρας με απαιτήσεις, δεν είναι τυχαίο που μπορώ να της τα παρέχω όλα. Δουλεύω, σκίζομαι στην δουλειά και αυτή κάνει τα ψώνια της. Είμαι σε συναντήσεις και αυτή πάει βόλτα με τις φιλενάδες της. Υπογράφω συμβόλαια και αυτή επισκέπτεται το κομμωτήριο. Ποτέ δεν παραπονέθηκα για τον τρόπο ζωής που κάνει, γιατί βρίσκει πρόφαση να παραπονιέται αυτή.

Μουρμουρίζει, κάτι για μια φίλη της που πιστεύει πως γλυκοκοιτάζω. Μουρμουρίζει, που δεν της έχω πάρει την τσάντα που θέλει. Γκρινιάζει πως δεν την αγαπάω όπως πρώτα. Τα λέει με ψυχρό ύφος και το διασκεδάζει, θέλει να με φτάσει στα όρια μου.

Με σφίγγει αυτή η γραβάτα, όπως μου σφίγγει την ζωή αυτή η γυναίκα. Δεν την αντέχω άλλο, θέλω να απαλλαχτώ από αυτήν. Την ξεσφίγγω, λύνεται ο κόμπος, κρέμεται ανάλαφρα στους ώμους μου, νιώθω ελεύθερος.

Συνεχίζει να μουρμουρίζει, την κοιτάζω με φρίκη, δεν σταματάει. Πως άλλαξε αυτή η γυναίκα. Δεν είναι η γυναίκα που ερωτεύτηκα, πήρε την θέση της μια άλλη, μια άγνωστη τυχοδιώκτρια. Τόση γκρίνια, τόση κατηγορία δεν έχω αντιμετωπίσει πουθενά. Δεν με αγαπάει, οι αποδείξεις βρίσκονται στα σκληρά της λόγια, αγαπάω έναν προικοθήρα. Δεν αντέχω να την ακούω άλλο, πρέπει να απελευθερωθώ και από αυτήν.

Την πλησιάζω από πίσω. Δεν ακούω αυτά που λέει, λέξεις χωρίς νόημα από μια ψυχρή φωνή που δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για μένα, πάρα θέλει να με εκνευρίσει με κάθε τρόπο και να πετύχει τον σκοπό της. Αναθεματισμένη γυναίκα.

Παίρνω στα χέρια την γραβάτα μου. Σφιχτά την τεντώνω σαν γερό σκοινί. Την τραβάω προς τα πίσω με δύναμη, τα μάτια της έκπληκτα γουρλωμένα κοιτάνε προς τα πάνω, προς τα δικά μου μάτια. Αντιστέκεται, τινάζεται, φοβάται, οι φλέβες στον λαιμό της πετάγονται. Προσπαθεί να απελευθερωθεί από την γραβάτα, δεν την αφήνω, σφίγγω εντονότερα. Ο λαιμός της εγκλωβισμένος μέσα στην γραβάτα μου, όπως ήταν ο δικός μου προ ολίγου, ένας κόμπος στον λαιμό. Μόνο που δεν είναι το ίδιο, την πνίγω.

Θέλει κάτι να πει, μα δεν μπορεί, δεν την ακούω πια, πάρα μόνο κάτι αγκομαχητά. Και μετά σιωπή.


Created by Diana Chemeris