Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΑ


ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΑ

Στην χώρα μου έμαθα πως πρέπει να προστατεύομαι. Προστασία από τον ήλιο, τον άνεμο και τους άντρες. Οι βαριές ενδυμασίες καλύπτουν το δέρμα και τα μαντίλια το πρόσωπο. Είναι ατιμία να εμφανιστώ χωρίς αυτά, ασέβεια προς τις παραδόσεις. Δεν τολμώ να τα απαρνηθώ ή να παρανομήσω. Λόγω του χαριτωμένου λικνίσματος μου, τα μάτια των αντρών πέφτουν στους γοφούς μου.

Κανένας ποτέ δεν θαύμασε τις ανεξερεύνητες εκφράσεις του προσώπου μου, τα πυκνά μακριά μαύρα μαλλιά δίπλα από αυτό, και τις κρυφές καμπύλες του σώματος μου. Κανένας ποτέ δεν με γνώρισε πραγματικά.

Υποδουλωμένη σε νόμους αιώνων, η ενδυμασία κρύβει τα συναισθήματα, την δυστυχία, τον πόνο, τον θυμό. Μονάχα η σχισμή των ματιών μπορεί να μαρτυρήσει, για όσους κατανοούν. Για μένα οι μουσουλμανικές παραδόσεις του χωριού μου είναι κάτι φυσικό στην ζωή μου. Δεν γνωρίζω τις δυτικές χώρες, ούτε καν την ελευθερία τους μπορώ να φανταστώ, ένας τόπος τόσο μακρινός με τόσο διεφθαρμένο όνομα. Κρατιέμαι μακριά από τα φώτα και τους πειρασμούς που προξενεί ο εξωτερικός αυτός κόσμος, ο υπόλοιπος κόσμος.

Οι δραστηριότητες μου άγονται στις αγορές, την πρωινή βόλτα και το σπίτι των πατεράδων μου. Η καθημερινότητα μου παραμένει ίδια, η ζωή μιας νεαρής μουσουλμάνας στο χωριό. Φροντίζω την γριά μητέρα μου και συντηρώ το σπίτι με τα τρία μικρότερα μου αδέλφια, ενώ ο πατέρας κερδίζει το ψωμί στο τραπέζι μας.

Πέρασε καιρός από εκείνη την μέρα, θυμάμαι φλυαρούσα με μια παλιά φιλενάδα στην αγορά, η ώρα πέρασε χωρίς να το αντιληφθώ. Φοβούμενη τον θυμό του πατέρα μου στην πολύωρη απουσία μου, έσπευσα προς το σπίτι, ή ώρα απογευματινή.

Συνάντησα σε ένα στενό δρομάκι νεαρούς άντρες, το ενδιαφέρον στα μάτια τους πρόστυχο καθώς σφύριζαν προς το μέρος μου άπρεπες λέξεις. Φοβισμένη συνέχισα τον δρόμο μου χωρίς να τους κοιτάξω, ώσπου τα σφυρίγματα με ακολούθησαν. Καμία ανθρώπινη ύπαρξη δεν υπήρχε να με υπερασπιστεί.

Τρομαγμένη, έψαχνα διέξοδο στον κύκλο που σχημάτισαν γύρω μου. Εμπόδιο τα κοροϊδευτικά πρόσωπα τους, επικίνδυνα τα μάτια τους, στροβιλιζόμουν συγχυσμένη στις εναλλαγές άγνωστων προσώπων στην προσπάθεια μου να ξεφύγω. Τα χέρια τους πλησίαζαν προκλητικά την μακριά φούστα μου, ήμουν απροστάτευτη στον απειλητικό στεφάνι που δημιούργησαν.

Νόμιζα πως όλα τελείωσαν, η ήρεμη ψυχική ζωή, οι όμορφες στιγμές, η αγνότητα και η παρθενιά μου. Μοναδική ανάμνηση, ένας βιασμός. Ας με βοηθήσει ο Αλλάχ.

Μία οργισμένη αντρική φωνή πάγωσε την ταραγμένη μου όψη, δεν αναγνώριζα τις φωνές αν ήταν οι δικές μου οι κραυγές. Ένας από τους άντρες έπεσε ξυστά πάνω μου, τράπηκε σε φυγή. Στο βλέμμα τους συνάντησαν γροθιές, οι βιαστές χωρίς όνομα, απομακρύνθηκαν τρομαγμένοι από μια μονάχα φιγούρα που γύρισε επιτέλους να με δει. Παρέμεινε μονάχα αυτός, το πρόσωπο του κουρασμένο από την πάλη για την τιμή μου.

Ο άντρας που με έσωσε, έγινε ο άντρας μου.


Created by Diana Chemeris

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

ΜΥΣΤΙΚΟ


ΜΥΣΤΙΚΟ

Θες να μάθεις το μυστικό μου. Δεν σε ξέχασα, δεν μπόρεσα. Χάνω τα βράδια μου, αναρωτιέμαι, ήσουν πραγματικά εκεί ή απλά στην φαντασία μου, κόλπα που έπλασα μόνη μου. Με αποπλανείς, αισθάνομαι πως θες, κρυμμένος ανάμεσα σε όνειρα φτιαγμένα από λουλούδια.

Λίγος καιρός πέρασε, λίγος ο χρόνος να σε μάθω, να κατανοήσω την θολή σου εικόνα ολοκληρωμένη. Μια μέρα βρεθήκαμε τυχαία σαν δυο συνωμότες της μοίρας, καθρεφτίσαμε έναν οιωνό από κάτι ξεχασμένο, που και οι δύο οφείλαμε να ανακαλύψουμε.

Εσύ, έδωσες τον καλύτερο σου εαυτό για να μείνεις αποτυπωμένος. Με εκνεύρισες, με εξόργισες, μέχρι που γελοιοποιήθηκες, και όμως τα κατάφερες. Αυτή η κίνηση δεν φεύγει. Μένει, εκείνες τις ώρες, τις μέρας που δεν με απασχολεί τίποτε άλλο εκτός από εσένα, σαν εμμονή.

Ο εγωισμός κάλπασε, καβάλησε το άλογο της παραίσθησης των δυσάρεστων συναισθημάτων και τα ποδοπάτησε. Κρυμμένες επιθυμίες που ντρέπονται, καταπιεσμένες, χωρίς εξωτερίκευση, συναισθήματα χωρίς ανταπόκριση, κατηγορίες. Γυρίσαμε την πλάτη στα πράγματα που πραγματικά θέλουμε, στα λόγια που αποτυπώνουμε κάθε βράδυ στην φαντασία μας.

Μια ζωή που είχαμε, μια ζωή που χάσαμε, μια ζωή που θα μπορούσαμε να έχουμε και μια που θα φτιάξουμε. Ερωτήσεις, απαντήσεις. Όλα στο μυαλό, φράσεις, λέξεις, ψίθυροι, ακαταμάχητα από την γλώσσα στο κενό. Και συνέχεια σε σκέφτομαι, φαντάζομαι. Σκέψεις πονηρές, εικόνες φλογερές, φαντασιώσεις άσεμνες.

Όταν φωνάζεις την νεράιδα σου στο νυχτοκρέβατο σου, να την πάρεις αγκαλιά, να της μιλήσεις, μην ξεχνάς πως ξέρω. Δεσμεύτηκα σε αυτό που δημιουργήσαμε, υποσυνείδητα και ηθελημένα. Διάλεξα οτιδήποτε άλλο, τελικά επέλεξα εσένα. Ψευδαισθήσεις μιας νυκτός, της καθημερινής ζωής.

Σε εκείνες τις νύχτες σε φυλάκισα. Αυτό είναι το μυστικό μου. Δεν φεύγεις, μάταια, σαν να βρίσκεσαι κοντά μου. Θέλω να σε σβήσω με αναμνήσεις καινούριες, καταστάσεις ανούσιες. Μέχρι που επανέρχεσαι ξανά, πιο έντονα, και μένει η απορία. Ποιος είσαι.

Δεν ξεφεύγω από το μυαλό μου, δεν μπορώ. Θα πιστέψω, θα το ζήσω, θα τολμήσω, δεν θα ντραπώ. Θα ελευθερωθώ, θα χαθώ. Ύστερα γλυκά θα σε φιλήσω και θα σε σβήσω.


Created by Diana Chemeris

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

ΘΑΛΑΣΣΑ


ΘΑΛΑΣΣΑ

Κοιτάζω την θάλασσα και σε θυμάμαι. Στην θάλασσα σε γνώρισα, ένα καλοκαιράκι τόσο αθώο και νεανικό, που ακόμα να ξεχάσω. Σε παρόμοια κύματα καταλήξαμε, στις πρώτες μας λέξεις, στις πρώτες μας ματιές, με συντροφιά τον ήλιο. Παρόμοιες σκέψεις ανταλλάξαμε κάτω από το φως του φεγγαριού ενώ αντανακλούσε το λεπτό του στρώμα από ασήμι πάνω στα κύματα.

Στην ίδια αμμουδιά κάθε καλοκαίρι μοιραστήκαμε φιλιά, στιγμές πλημμυρισμένες από αγάπη, τα κορμιά μας παθιασμένα ακουμπισμένα πάνω στην άμμο, μπλεγμένα μέσα σε κόκκους χρυσού. Πάντα η θάλασσα σε θυμίζει. Στον βυθό της κρυφτήκαμε, όπως κρύψαμε τα πιο μυστικά γλυκόλογα ώσπου ο άνεμος τα ταξίδεψε μακριά. Οι πιο ερωτευμένες ματιές αποτυπώθηκαν στον φόντο της καυτερής φλόγας του ηλίου. Μέσα στα νερά κολυμπήσαμε, αφήσαμε πίσω μας τον ταλαιπωρημένο κόσμο, ξεχασμένο μπροστά στην γαλήνη της ουτοπίας που φτιάξαμε μαζί.

Δεν θα ξεχάσω εκείνη την θάλασσα, την τρομερή. Εκείνη την μέρα άφησες τα κύματα να σε παρασύρουν. Κολυμπούσες βαθιά, φαινόσουν τόσο κοντά στην στεριά που μπορούσα σχεδόν να σε αγγίξω, αγνάντευα το πέραν που ενώθηκε μαζί σου. Οι ακτίνες γέμισαν χαρούμενα τα χορτασμένα σώματα μας και η απαλή δροσιά ελευθέρωσε τα δεσμά του πραγματικού κόσμου.

Όταν ο ήλιος κρύφτηκε κάτω από τα βιαστικά γκρίζα σύννεφα, τίποτε δεν σταμάτησε τα κύματα από το παράπονο. Τίποτα δεν σε φόβισε.

Ξέρω πως αγαπούσες την θάλασσα, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Δεν κατάλαβα ποτέ τι σου συνέβη, πως έκανες την θάλασσα σπίτι σου τελικά.

Αναγνώριζα την φωνή σου ανάμεσα στον θορυβώδη αέρα, αναγνώριζα το όνομα μου από τα χείλια σου σε ένδειξη βοήθειας. Πάλευες να απελευθερωθείς από μανιασμένα σχήματα νερού, τέρατα που επιτέθηκαν στην μόνη μου αγάπη. Οι υγροί δαίμονες με εμπόδιζαν, ο άνεμος με τράβαγε στην στεριά, ο ουρανός άφησε τα λυσσασμένα δάκρυα να με μαστιγώσουν, η νύχτα βύθισε την θάλασσα σε οργή. Δεν σε έφτανα. Συνέχεια απομακρυνόσουν βαθύτερα κοντά σε έναν θεό ξεχασμένο.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί συνέβη αυτό, γιατί η αγαπημένη θάλασσα σε πήρε μαζί της. Σε ψάχνω στα κύματα της από τότε, μαζί με τον αέρα την φωνή σου. Περιμένω μάταια την εμφάνιση μιας γοργόνας, αναδυόμενη από τις ξεχασμένες αναμνήσεις της θάλασσας, που βυθίστηκε βαθιά.


Created by Diana Chemeris