Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

ΧΑΜΕΝΟΣ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ


ΧΑΜΕΝΟΣ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ

Αυτό το γράμμα αφιερωμένο σε εκείνον που έφυγε. Η πνοή του χάθηκε στην άβυσσο, στο άγνωστο, άλλα καθόλου μακριά. Εκείνος, που έγινε ένα με τα άστρα, τον ψάχνω ανάμεσα τους. Ένα γράμμα σε εκείνον που άφησε τόσες αναμνήσεις,  δεν παρέμεινε τίποτε άλλο πάρα μια ανάμνηση.

Εκείνος με έμαθε να αγαπώ, να νοιάζομαι, να νιώθω. Νοιάστηκα για αυτόν, τον αγάπησα. Έφυγε μέσα στην νύχτα σαν το κλέφτη, τον έκλεψαν. Εκείνος που με το χαμόγελο του φώτιζε το πρόσωπο μου. Το χαμόγελο χάθηκε.

Έχουν περάσει χρόνια. Τόσα που δεν κατάλαβα πως πέρασαν. Εγώ μεγάλωσα,  εκείνος μένει στάσιμος σε εκείνη την μοιραία μέρα που τον πήρε μακριά. Έφυγε από το σώμα του, χάθηκε μέσα στον κενό αέρα. Τα μάτια του έσβησαν, αυτά που αγάπησα. Έχουν περάσει χρόνια και όμως, είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Μαζί με αυτόν χάθηκα και εγώ, πως πεθάναμε έτσι.

Τον βλέπω, τον ακούω. Δεν έχει φύγει εντελώς, όχι. Παραμένει δίπλα μου, η οσμή του, η φωνή του, η παρουσία του. Είναι εδώ, μια καθημερινή ανάμνηση, ζει. Τόσα πράγματα θυμάμαι, τόσα πράγματα έμειναν μαζί μου. Τόσα πράγματα ήθελα να γίνουν, μα δεν μπορούνε πια.

Έρχεται τα βράδια, με επισκέπτεται. Εκείνα τα όνειρα φαίνονται αληθινά, τον έχω μπροστά μου. Ξεχνώ τον θάνατο του, πιστεύω πως δεν πέθανε ποτέ. Εκείνα τα βράδια τον περιμένω, σαν να μην άλλαξε τίποτα. Συνεχίζουμε εκεί που αφήσαμε την ζωή μας μαζί, εκείνα τα όνειρα που αναπληρώνουν ότι χάθηκε.

Ζούμε μαζί, χορεύουμε, τραγουδάμε, γελάμε. Λέξεις, έρωτες, παιχνίδια. Σαν να μην έφυγε ποτέ, νιώθω την σάρκα του, τα μάτια του, τα φιλιά του. Η αγάπη του δεν χάθηκε ακόμα, είναι μαζί μου. Ένα σ ’αγαπώ για καληνύχτα. Μέχρι το καλημέρα που ξυπνώ.

Δεν με αφήνει, έρχεται σε ανυποψίαστες στιγμές. Δεν με αφήνει, υποσχέσεις, γλυκόλογα, χάδια, αγκαλιές. Δεν με αφήνει, μου θυμίζει πως υπάρχει, είναι ακόμα εδώ. Μέσα στην καρδιά μου, το μυαλό μου, τον κρατώ. Δεν τον αφήνω.

Ο Βαλεντίνος μου. Γιορτάσαμε μαζί τους προηγούμενους που έχασε, φέτος ξανά θα βρεθούμε, τον περιμένω. Συνάντηση στα όνειρα που θέλω τόσο πολύ να πραγματοποιήσω, ξέρω είναι αδύνατο. Αντικαθιστώ την πραγματικότητα που χάθηκε με την απώλεια του.
Μέχρι το βράδυ λοιπόν.


Created by Diana Chemeris

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

ΟΠΛΟΦΟΡΩ


ΟΠΛΟΦΟΡΩ

Κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη, δεν μου αρέσει αυτό που βλέπω. Γέρασα και η ζωή πέρασε χωρίς να το καταλάβω. Γνώρισα ανθρώπους, όλοι τους περαστικοί, γυναίκες και φίλοι. Δεν άφησαν τίποτα πάρα μόνο θλιβερές αναμνήσεις και λιγοστές χαρούμενες. Έρωτες που δεν εκπληρώθηκαν και φίλοι που με πούλησαν.

Κοιτάζω το όπλο στα χέρια μου. Δεν το έχω χρησιμοποιήσει ποτέ, το κρατάω για προστασία, επικίνδυνες εποχές ζούμε. Οι άνθρωποι που συναντώ κοιτάζουν άπληστα, με κακία, μίσος, σαν να εύχονται το κακό μου. Κάποιες φορές πιάνω τον εαυτό μου να θέλω να χρησιμοποιήσω το όπλο πάνω τους, εκεί όμως θα διαπράξω έγκλημα, αμαρτία, και θα πληρώσω.

Δεν μου μένει τίποτα άλλο παρά να ανέχομαι. Ανέχομαι ανθρώπους που δείχνουν τα δόντια τους σε ένα ψεύτικο χαμόγελο και μόλις βρούνε ευκαιρία δαγκώνουν. Τους ανέχομαι, φθείρομαι ψυχολογικά, δεν τους αντέχω.

Κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη. Πώς έγινα έτσι. Κάποτε ήμουν νέος, ζωηρός, γεμάτος ελπίδες και επιθυμία. Χαρά, προσδοκία, χαιρόμουν και αγαπούσα τους ανθρώπους μου. Τώρα μόνο απέχθεια έχει ριζώσει βαθιά μέσα μου, η καρδιά μου κρύωσε. Πως έχει γίνει έτσι η ζωή μου. Κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη, στοχεύω. Μπαμ.

Γίνεται θρύψαλα. Κοιτάζω το όπλο, κάνει θόρυβο. Όπως έκαναν τόσοι άνθρωποι στην ζωή μου, ψεύτικες υποσχέσεις και ψεύτικες αγκαλιές. Έφυγαν σαν το βράδυ, τον κρύο αέρα που με την αυγή φεύγει μαζί με τις άσχημες βασανιστικές σκέψεις. Και πάλι από την αρχή, μέρα με την μέρα πολεμάω, ψάχνω. Ψάχνω τους ανθρώπους που τόσο είχα αγαπήσει, που δεν υπάρχουν πια, με το πέρασμα του χρόνου άλλαξαν. Αυτό που είχα αγαπήσει δεν υπάρχει, δεν θα το βρω. Πέρασε και αναρωτιέμαι. Που πήγαν όλα.

Κοιτάζω τα θρύψαλα. Δεν είμαι νέος πια, γεμάτος ζωντάνια. Γέρασα, έγινα πικρόχολος, πως έγινε έτσι η ζωή μου ρωτώ ξανά και ξανά. Μπήκα στο παιχνίδι μαζί με τους άλλους. Να δαγκώσω και εγώ, να πληγώσω. Ένα πραγματικό χαμόγελο δεν ζωγραφίζεται πάνω στο πρόσωπο μου, έχει να εμφανιστεί καιρό. Μόνο υποκρισία, μόνο αυτό έχει απομείνει. Έτσι περνάει όλη η μέρα, με ψέματα. Βαθιά μέσα μου αναρωτιέμαι, πού πήγε αυτός ο ευχάριστος νεαρός, που αγαπούσε, που ευχόταν, που ήλπιζε. Που πήγε, έγινε θρύψαλα. Κοιτάζω κατάματα την κάννη του όπλου. Μπαμ.


Created by Diana Chemeris

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

ΝΕΑΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ


ΝΕΑΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Είναι εκείνες οι νεαρές, οι νεότερες στις οικογένειες, που ακόμα δεν έχουν γίνει γυναίκες. Είναι κοριτσόπουλα, ακόμα παιδιά. Και όπως τα παιδιά, έτσι και αυτές οι νεαρές κυρίες έχουν γεμίσει το κεφάλι τους με παραμύθια.

Πάντα το ίδιο παραμύθι, η ίδια ιστορία. Ο καλός πρίγκιπας, σώζει την φτωχή νεαρή δεσποινίδα από την φτώχεια και την απελπισία. Ένας πρίγκιπας την ερωτεύεται παράφορα και την παίρνει μακριά από τον ξεπεσμό, μέσα στο παλάτι του. Πιστεύουν πως έτσι είναι η πραγματική ζωή, πως έτσι θα συμβεί στη ζωή τους. Ελπίζουν, χαμένες στα παραμύθια.

Θα μπορούσα να θεωρηθώ πρίγκιπας. Είμαι νέος, ευγενής από αριστοκρατική οικογένεια. Οι πρόγονοι μου κρατούν παράσημα και τίτλους, το οικογενειακό όνομα έχει αξία στα μάτια της κοινωνίας. Το εξοχικό μας είναι διπλάσιο από την έπαυλη στην πρωτεύουσα, τα κτήματα μας φτάνουν μέχρι τις κορυφές του βουνού. Η περιουσία μας τεράστια.

Θα μπορούσα να θεωρηθώ πρίγκιπας. Έχω καλούς τρόπους και ανατροφή, μιλάω επίσημα και ευγενικά όταν παρευρίσκομαι στον κύκλο μου. Έχω μόρφωση και ασχολίες. Τα ενδύματα μου είναι από ακριβά υφάσματα που προσδίδουν αρχοντική γοητεία. Το άλογο μου είναι δυνατό και περήφανο όταν βρίσκομαι στην ράχη του. Αισθάνομαι άξιος στην κληρονομιά που με χαρακτηρίζει.

Είναι εκείνες οι νεαρές χωριατοπούλες που πιστεύουν στα παραμύθια. Όταν εμφανίζομαι τα καλοκαίρια, χαμηλώνουν το βλέμμα ντροπαλά, φαντάζονται πως θα τις σώσω, σαν τον πρίγκιπα του παραμυθιού. Τις αγαπώ αληθινά, για την αθωότητα και την νεότητα τους. Η ηλιαχτίδα της παιδικότητας αλλάζει την μουντή ζωή στο εξοχικό, έντονα συναισθήματα έρωτα αποσπούν την καθημερινότητα μου.

Όταν βρεθούμε μόνοι, το βλέμμα τους γεμίζει αδημονία και ευτυχία για το παραμύθι που πραγματοποιείται. Τις διαλέγω σαν πορσελάνινες κούκλες, υλοποιώ το παιδικό παιχνίδι. Ερωτόλογα και υποσχέσεις εκπληρώνουν την φαντασίωση. Τις κρατώ στην αγκαλιά μου και φιλάω το υπέροχο νεανικό τους δέρμα. Το τέλος του παραμυθιού τελειώνει στον αχυρώνα ή στον στάβλο, ανάμεσα στα άχυρα και τα ζώα που χλιμιντρίζουν αγέρωχα.

Εκεί χύνεται η σταγόνα της ομορφιάς που τις χαρακτηρίζει, η αθωότητα που χτίσανε στα χρόνια που πέρασαν μέσα από τα παραμύθια. Εκεί παίρνω την μαγική πνοή της παρθενιάς, και κάνω τις μικρές πριγκίπισσες δικές μου.

Όταν εμφανίζονται με φουσκωμένη την κοιλιά, παρακαλούν να τις αναγνωρίζω. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, παρά να τις φέρω πίσω στην πραγματικότητα.


Created by Diana Chemeris

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ


ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

Το περιπολικό έξω από την πολυκατοικία, παίρνει τις μαρτυρίες των γειτόνων. Σκοτεινή ατμόσφαιρα θανάτου έχει τυλίξει την γειτονιά. Κανένας δεν περίμενε πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, κανένας δεν περίμενε πως θα αντιδρούσε έτσι. Κανένας δεν περίμενε πως η παιδική ψυχή, θα έχανε την αθωότητα της και θα γινόταν εργαλείο φόνου.

Καιρό τώρα την ακούγαμε, δεν περνούσε μέρα χωρίς να βάλει τις φωνές. Μια υστερική γυναίκα που μένει μαζί με τον δεκάχρονο γιο της. Ένα αγγελούδι, που όταν συναντούσε τους γείτονες μαζευόταν ντροπαλά, χαιρετούσε δειλά. Τις καλές μέρες, είχε την άδεια να παίζει με τα παιδιά της γειτονιάς, και τότε γινόταν ζωηρός. Τις κακές όμως…

Εκείνη φώναζε, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο, κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει. Μια νευρωτική γυναίκα, που από το πρωί μέχρι το βράδυ έβγαζε τα νεύρα της πάνω στο δεκάχρονο αθώο αγόρι, το θύμα της.

<<Είσαι άχρηστος.>> ακούγαμε από τον κάτω όροφο. <<Δεν κάνεις για τίποτα.>> φώναζε υστερικά. <<Καθάρισε και μην μιλάς.>> ακούγαμε τα απογεύματα. <<Γιατί σε γέννησα.>> ρώταγε φωναχτά. Συμπόνια γέμιζε την καρδιά μας για το παιδάκι που γινόταν δέκτης των σκληρών λέξεων και τα ανεχόταν ήσυχα.

<<Θα σε σκοτώσω.>> ακούσαμε μια μέρα. Σχολιάσαμε αρνητικά τα λόγια της άκαρδης μάνας, άλλα δεν φανταστήκαμε ποτέ τα επακόλουθα. Οι υστερικές φωνές συνεχίστηκαν τις καθορισμένες ώρες που το παιδί βρισκόταν σπίτι. Τίποτα δεν άλλαζε στην ρουτίνα του κάτω ορόφου.

Κάποια μέρα, λίγο μετά που σταμάτησαν οι φωνές, χτύπησε η πόρτα. Ρωτήσαμε πριν ανοίξουμε, ακούσαμε την διστακτική φωνούλα του αγοριού από τον κάτω όροφο. Ανοίξαμε την πόρτα.

Το αθώο βλεμματάκι ήταν τρομαγμένο, κάτι ψυχρό κάλυπτε τα μάτια του. Η μπλούζα του μούσκεμα στον ιδρώτα και πιτσιλιές με αίμα, το κορμάκι του έτρεμε.

<<Η μαμά μου δεν φωνάζει πια.>> είπε φοβισμένα, γεννώντας δάκρυα στα μάτια.

Τον βάλαμε στο σπίτι μας, δεν μπορούσε να εξηγήσει τι έγινε, καθόταν αμίλητος, σοκαρισμένος μαζί μας. Δεν ξέραμε τι να συμπεράνουμε από την εμφάνιση του. Πήγαμε στον κάτω όροφο, η πόρτα του διαμερίσματος ήταν μισάνοιχτη.

Μπήκαμε μέσα, κηλίδες αίματος μας οδήγησαν στην κουζίνα. Το αποτρόπαιο σκηνικό μας σόκαρε, ακόμα δεν το πιστεύουμε. Το μαχαίρι της κουζίνας δίπλα στην καρέκλα και την πεσμένη μέσα στο αίμα μητέρα, τα μάτια της παγωμένα, έκπληκτα πάνω από τον κομμένο της λαιμό.

Καλέσαμε την αστυνομία, το παιδί δεν έχει συνειδητοποιήσει τι έκανε. Κάθετε μέσα στο περιπολικό, χαμένος μέσα στις σκέψεις, δίχως επικοινωνία με το περιβάλλον. Αυτό το αθώο αγγελάκι, έσπασε και έκανε την πράξη ενός κοινού δολοφόνου. Δεν άντεξε τις φωνές της μητέρας του, έβαλε τέλος  στην φωνή της. Τώρα κουβαλάει τις απειλές του παρελθόντος και την πράξη που τελικά αυτός έκανε πραγματικότητα.


Created by Diana Chemeris

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

ΜΑΓΕΙΑ ΑΠΟ ΦΙΛΗ


ΜΑΓΕΙΑ ΑΠΟ ΦΙΛΗ

Παράξενες οι φίλες της μητέρας μου, όσο παράξενη είναι και αυτή. Μέσα στις τόσες φιλίες που κρατάει, μου γνώρισε μια από αυτές. Η φίλη της δεν είχε που να μείνει εκείνο τον καιρό, και έτσι την φιλοξένησε στο σπίτι μας. Από δύο γυναίκες, γίναμε τρεις. Και τα κους κους, παρέα με καφέ δεν έλειπαν.

Παράξενη η φίλη της μητέρας μου. Ασχολείται με μυστικισμό, βλέπει τον κόσμο διαφορετικά. Γεμίζει την μητέρα μου με ιστορίες από φαντάσματα και οντότητες από διαφορετική διάσταση. Της γεμίζει το κεφάλι με παράξενα πράγματα, με μαγείες και τρόπους να ζητήσει από τις οντότητες πράγματα που θέλει. Αυτές οι ιστορίες ενθουσιάζουν την μητέρα μου. Έτσι η παρέα της, της ήτανε ευχάριστη.

Έχει περάσει καιρός από τότε που έφυγε, όλα όμως άλλαξαν από τότε. Τα επαγγελματικά και τα οικονομικά μας έπαθαν πτώση.  Ατυχίες διαδέχονταν η μία μετά την άλλη. Όσο και να προσπαθούσε η μητέρα μου να ακολουθήσει τις συμβουλές της φίλης της, αδυνατούσε να εκπληρώσει τις επιθυμίες της, και δεν μπορούσε να καταλάβει τι έφταιγε.

Δεν πήγε το μυαλό μας ποτέ στην μάγισσα, μέχρι που βρήκαμε βελόνες, διαφορετικού μήκους, να κείτονται κρυφά κάτω από το κρεβάτι της μητέρας μου. Βελόνες που γνώριζε η μητέρα μου από δική της έρευνα, πως αντιπροσώπευαν την κατάρα και την μαύρη μαγεία.

Πονηρευτήκαμε, αρχίσαμε να ψάχνουμε το σπίτι. Άνω κάτω η κάθε γωνία. κρεβάτια, καναπέδες, τραπέζια, βιβλιοθήκες, όλα μετακινήθηκαν από την θέση τους. Όλα ψηλαφίστηκαν με τον πιο προσεγμένο τρόπο και ερευνήθηκαν προσεχτικά. Και κάποια στιγμή τα βρήκαμε.

Κάτω από τα ψάθινα καλύμματα, από τρεις καρέκλες που κρατούσαμε στην τραπεζαρία. Η μητέρα μου το υπέδειξε, εγώ δεν το πρόσεξα. Δεν μπορούσα να δω, κάτω από την επήρεια των μαγειών τα μάτια μου ήταν τυφλά, εξαφανιζόντουσαν μπροστά μου. Συρματόπλεγμα τυλιγμένο σε κυκλικό σχήμα, στερεωμένο με σκουριασμένες βελόνες που με κάποιον μαγικό τρόπο, τα κρατούσαν σταθερά κάτω από τα καλύμματα.

Θορυβηθήκαμε, η μητέρα μου στεναχωρήθηκε που μια αγαπημένη της φίλη, αποδείχτηκε ορκισμένη εχθρός της. Με μάσκα την φιλία, με τον πιο ύπουλο και διαβολικό τρόπο, ήθελε να την βλάψει μέσω μαύρης μαγείας, συνεπώς και εμένα.

Οι γνώσεις της μητέρας μου αναπτύχθηκαν από τότε. Με τα σπίρτα στο χέρι, μέσα σε μια μεταλλική κανάτα τοποθετήσαμε τις βελόνες και τα συρματοπλέγματα, παραγεμισμένα με χαρτιά και οινόπνευμα για να γίνει εύκολη η κάψη. Τα βάλαμε στην μέση του δωματίου και σταθήκαμε η μία απέναντι από την άλλη. Με μία κίνηση, το σπίρτο πήρε φωτιά και έπεσε μέσα στην κανάτα.

Πήραν ευθείς φωτιά, ο καπνός τύλιξε την μυστικιστική ατμόσφαιρα του δωματίου. Με σηκωμένα τα χέρια, γεμάτες αυτοσυγκέντρωση, καλούσαμε τους προστάτες μας. Η φωτιά ανάμεσα μας φλογιζόταν στα χρώματα του εκτυφλωτικού πράσινου, παράξενο χρώμα. Ο θόρυβος της φλόγας έσπαγε την σιωπή. Η μυρωδιά του καμένου σίδερου σήμανε το τέλος της.

Δεν ξέρω τι απέγινε η παράξενη τέως φίλη της μητέρας μου. Το μόνο που ξέρω είναι πως η τελετουργία ρούφηξε την ενέργεια μας και πέσαμε κατάκοπες για δώδεκα ολόκληρες ώρες. Ξέρω πως η μαγική πράσινη φωτιά έμεινε μια ανάμνηση στην μνήμη μου, η αίσθηση της πληρότητας και της εκπλήρωσης μετά, σήμανε την επιτυχία της ιερής τελετουργίας. Ξέρω πως μετά από κείνη την μέρα το σπίτι έγινε πιο ευδιάθετο και τα προσωπικά μας θέματα απέκτησαν άνοδο.

Created by Diana Chemeris

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Είκοσι χρόνια πέρασαν. Είκοσι χρόνια από τότε που πήρα την τελευταία μου ανάσα ελευθερίας. Πριν είκοσι χρόνια έκανα μια αποτρόπαια πράξη και ανάγκασα να με κλείσουν πίσω από τα κάγκελα. Εκείνη η μέρα, παίζει ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι μου, σαν να έγινε χθες, και ας πέρασαν είκοσι χρόνια.

Έχω μετανιώσει. Πόσες μέρες και νύχτες έχω περάσει παρακαλώντας τον Θεό να με συγχωρέσει. Ίσως με ακούσει εκείνος και με συγχωρέσει και αυτός. Εκείνος ο άτυχος άντρας που βρέθηκε την πιο ακατάλληλη στιγμή μπροστά μου και έπεσε νεκρός. Ζητάω εδώ και είκοσι χρόνια συγχώρεση, χωρίς μια ανάσα ηρεμίας ή ελευθερίας.

Ήμουν νέος, πολύ νέος για να ακούσω τους μεγάλους όταν προειδοποιούσαν να μην μπλέξω. Είχα μια επιθυμία με την παρέα μου ένα βράδυ, παραγγείλαμε ναρκωτικά, σκληρά μανιτάρια. Αυτό το λαχανικό μας φαινόταν ακίνδυνο, δεν σκεφτόμασταν τις επιπτώσεις, πάρα μόνο την καλοπέραση.

Όλα ξεκίνησαν αστεία, γελάγαμε και περνάγαμε καλά, μας άρεσε. Μετά άρχισαν οι παραισθήσεις, εμφανίστηκαν φωνές, φοβίες, πράγματα που δεν υπήρχαν. Η μουσική έπαιζε δυνατά, δεν συνειδητοποιούσαμε την ένταση της. Μέσα στα μπερδεμένα μας αφτιά, ακουγόντουσαν σαν φωνές αγγέλων και δαιμόνων που δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε.

Ένας από την παρέα κρύφτηκε κάτω από το τραπέζι, φοβόταν κάποιον αόρατο άντρα που τον κυνηγούσε, τον φώναζε μπαμπά. Προσπαθούσαμε να τον πείσουμε πως δεν υπήρχε κανένας που να ήθελε το κακό του, μέχρι που η παραίσθηση μας πρόλαβε, και αρχίσαμε να ψάχνουμε μανιασμένα τον αόρατο άντρα.

Και τότε χτύπησε η πόρτα.

<<Αυτός είναι.>> φώναξε παρανοϊκά, ζάρωσε φοβισμένος κάτω από το τραπέζι. Πανικόβλητοι, προσπαθήσαμε μέσα στην τρέλα μας να αποφασίσουμε την επόμενη κίνηση μας. Το κουδούνι χτύπησε ξανά επίμονα.

Απελπισία με τύλιξε σαν δαιμόνιο, ήθελα να προστατέψω τον τρομαγμένο φίλο μου. Τον διαβεβαίωνα πως δεν θα άφηνα να τον πειράξει κανείς. Συγχυσμένος, έπιασα ένα ρόπαλο, άνοιξα την πόρτα και αντίκρισα αυτόν, έναν άντρα που δεν αναγνώρισα.

<<Τι θέλετε.>> ρώτησα με οργισμένη φωνή και μάτια απειλητικά.

<<Την μουσική.>> είπε τσαντισμένος. <<Κατεβάστε την.>>

<<Αυτός είναι.>> φώναξε ο φίλος μου κάτω από το τραπέζι. <<Μην τον αφήσεις.>>

Με μανία, χωρίς προειδοποίηση άρχισα να τον χτυπάω με το ρόπαλο που έκρυβα. Τον χτυπούσα μέχρι που έπεσε, συνέχισα να τον χτυπάω δυνατά σε όλο του το σώμα.

<<Δεν θα ξαναπειράξεις τον φίλο μου.>> φώναζα πριν σταματήσω να τον χτυπάω. Ήταν πια νεκρός.

Από νεανικό καπρίτσιο, ήθελα να δοκιμάσω μανιτάρια. Και από αυτήν την επιπολαιότητα της εφηβείας κατέληξα να σκοτώσω έναν αθώο άνθρωπο. Τον γείτονα μου, που κάτω από την επήρεια τους, αδυνατούσα να τον αναγνωρίσω.

Είκοσι χρόνια πέρασαν, και ακόμα αυτή η σκηνή δουλεύει στο μυαλό μου σαν να ήταν εχθές, σαν να μην έφυγαν ποτέ τα μανιτάρια από τον οργανισμό μου. Μπορεί σήμερα να είναι η πρώτη φορά που ανασάνω ελεύθερα μετά από τόσο καιρό, όμως δεν θα αποκτήσω ποτέ την ελευθερία της συνειδήσεως μου. Δεν θα είμαι ποτέ πραγματικά ελεύθερος.


Created by Diana Chemeris

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ


ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ

Νέα χρονιά, νέα αρχή. Άλλος ένας χρόνος πέρασε, και όμως άλλαξαν τόσα πολλά. Η χρονιά πέρασε με ένα δώρο. Μια αφύπνιση που άλλαξε τα μάτια και την φωνή μου. Μια διαφορετική συνείδησή, ένας διαφορετικός κόσμος. Παλιά δεν έβλεπα, τώρα ανοίχτηκαν όλα μπροστά μου. Όλα είναι τόσο καθαρά, τόσο λαμπερά.

Χρόνο με το χρόνο μιλάνε για αυτό, αλλαγή συνολικής συνείδησης λένε, διαφορετικές δονήσεις. παγκόσμια αφύπνιση. Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική από αυτά που λένε. Βρίσκομαι πιο κοντά στον Θεό, βλέπω ξεκάθαρα τον κόσμο.

Ήμουν μικρή, νέα ακόμα στον κόσμο. Δεν μπορούσα να διανοηθώ τέτοια διορατικότητα, τέτοια δύναμη. Δεν ήθελα να δω, το απέφευγα. Στον πραγματικό κόσμο, έκλεινα τα μάτια και τα αυτιά μου. Άλλα βαθιά μέσα μου ήξερα, είναι η διαίσθηση που κατευθύνει τον δρόμο.

Ήθελα να ζήσω την ανθρώπινη εμπειρία, όπως την ζει κανείς στην εποχή μας. Έγινα φιλόδοξη, αλαζόνα, σκληρή, πεπεισμένη πως δεν κάνω λάθος, εγκλωβισμένη μέσα στις δικές μου απόψεις, πιστεύοντας στις δικές μου εγωιστικές σκέψεις. Έπραττα αυτό που ήθελα, έλεγα αυτό που ήθελα, ποτέ δεν σκεφτόμουν τις επιπτώσεις. Με κέρδισε ο εγωισμός, η ψευδαίσθηση του εαυτού μου.

Ήρθε μια μέρα που ανακάλυψα πως έκανα λάθος. Είπα αρκετά, δεν μπορώ να ζω μέσα στην ψευδαίσθηση που δημιούργησα, μέσα στην υλική κακία, να γεμίζω με φθόνο κάθε βήμα της ζωής μου. Δεν ήθελα πια έτσι την ζωή μου, γεμάτη φόβο και οργή.  Μία μέρα άλλαξα, και άλλαξε ο κόσμος όπως τον έβλεπα.

Και αυτή η σκέψη, έγινε σήμα προς το ανώτερο. Σαν ένα κουμπί, πυροδότησε την αρχή της αφύπνισης. Ξεκίνησε σαν όνειρο, όμως ήταν τόσο αληθινό. Είδα τον κόσμο, έτσι όπως πραγματικά είναι. Διαψεύστηκαν όλα τα πιστεύω που είχαν χαραχθεί όλα αυτά τα χρόνια μέσα στο μυαλό μου, έπεσε το πέπλο. Κατάφερα να δω αυτά που κρύβονται πίσω από τον κενό χώρο, τα μυστικά που μας ψιθυρίζουν άλλα δεν ακούμε. Χάθηκε η ψευδαίσθηση που δημιούργησε το παρελθόν, μέσα στην οποία ήμουν κλεισμένη, φοβισμένη να βγω. Τώρα βλέπω καθαρά τον κόσμο, τους ανθρώπους, την ζωή.

Μύθοι, ιστορίες, ψυχές. Όλα με την δική τους σημασία, και μέσω αυτών, πρέπει να βρω την αλήθεια. Η ζωή εκτυλίχθηκε σε ένα ταξίδι εμπειριών, λεπτό προς λεπτό, προσπαθεί να μου μάθει κάτι πέρα από το ανθρώπινο, πέρα από τον απλό μου εαυτό που κοσμεί την γη την συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Κάτι που υπήρχε βαθιά μέσα μου. Με οδηγεί εκεί που πρέπει να βρίσκομαι, αυτό που πρέπει να ανακαλύψω. Το αληθινό και το ψεύτικο. Το ιερό και το δαιμονικό. Τον πραγματικό μου εαυτό.

Αυτά δεν τα έβλεπα παλιά, ήμουν τυφλή, δεν πίστευα. Η περασμένη χρονιά, άνοιξε τα ψυχικά μου μάτια. Δέχομαι την νέα χρονιά με προσδοκία προς ένα καινούριο, διαφορετικό ταξίδι. Το σύμπαν πρόσφερε ένα δώρο, το οποίο δέχτηκα. Είναι η σειρά μου, να ανακαλύψω τις τελείες που συνδέονται σε ένα σχέδιο, τι κρύβεται πίσω από μένα.


Created by Diana Chemeris