Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ


ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ

Μετανιώνω. Έπρεπε να κρατήσω την ψυχραιμία μου, άλλα όταν πίνω κάποια ποτηράκια παραπάνω, είναι αδύνατον, παραφέρομαι. Λένε πως βγαίνει ο αληθινός εαυτός όταν μεθάς, αν είναι έτσι, τότε πρέπει να τρομάζω με τον δικό μου εαυτό.

Δεν έχω παραφερθεί ξανά τόσο πολύ, απλά έτυχε. Τώρα που το σκέφτομαι αντέδρασα υπερβολικά, ίσως με έφερε και στα όρια μου, κάποιοι άντρες το κάνουν αυτό. Από την νηφάλια οπτική γωνία είναι αστείος ο λόγος που τσακωθήκαμε. Αν δεν πίναμε, τίποτα από αυτά δεν θα είχε συμβεί.

Εγώ φταίω, εγώ τον έφερα στην κατάσταση που βρίσκεται από μια ανοησία, είμαι παρόμοια με έναν εγκληματία. Δεν άντεξα τις φωνές, ενώ έπρεπε να κάνω λίγη υπομονή, να κρατηθώ, να σκεφτώ τις επιπτώσεις, να δείξω κατανόηση ή να παραμείνω μονάχα στις φωνές. Σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει λένε. Εγώ γάβγισα, και δάγκωσα.

Ήταν σκληρός μαζί μου, έλεγε λόγια που δεν άντεχα να ακούω. Έλεγα λόγια που δεν ήθελα να πω. Τσακωνόμασταν χαμηλόφωνα σε εκείνο το τραπέζι για δύο, μέσα στο κοσμικό ρεστοράν. Δεν θέλαμε να τραβήξουμε την προσοχή όμως οι λέξεις άρχισαν να γίνονται έντονα δυνατές, όπως οι χειρονομίες.

Γιατί τσακωνόμασταν, δεν θυμάμαι. Σχολίασε για κάποιον παλιό αγαπημένο που συνάντησα τυχαία, έτυχε να με πάρει τηλέφωνο μετά από αυτό. Ανταπέδωσα κακότροπα για την κοπέλα που συνεχίζει να κάνει παρέα, ενώ είχαν σχέση παλιότερα. Το ένα έφερε το άλλο. Μετά μπερδεύτηκε το θέμα, παράπονα, απειλές τερματισμού σχέσεις, και κατηγορίες.

Δεν είμαι γυναίκα που ανέχομαι να μου μιλάνε έτσι, εκείνη την στιγμή μου φάνηκε καλή ιδέα να του δώσω ένα μάθημα, να τον τιμωρήσω, να δείξω ποια έχει το πάνω χέρι. Με απειλητικό χαμόγελο έπιασα το ποτήρι, δεν άκουγα πια τις λέξεις από το στόμα που κουνιόταν επιδεικτικά, τα αυτιά μου βούιζαν κάτω από τις ήρεμες συνομιλίες των διπλανών.

Δεν τον απείλησα, όχι, ούτε προειδοποίησα. Η κίνηση έγινε απότομα μηχανική, με ψυχρότητα. Έβαλα στόχο το κρανίο του. Δεν περίμενα να πεταχτεί με τόσο μίσος και να πετύχει το βέλος που έριξα. Έγινε θρύψαλα μόλις τον ακούμπησε. Αίματα έτρεχαν από την κορυφή της κεφαλής του, τα αποπροσανατολισμένα και πανικοβλημένα του μάτια έψαχναν να βρουν την αιτία και το νόημα αυτού που έκανα. Κατατρομαγμένος από το κόκκινο χρώμα που έλουσε το κοστούμι και τα χέρια του, λιποθύμησε.

Αντέδρασα υπερβολικά, έπρεπε να σκεφτώ παραπάνω την κίνηση αυτή, τρομάζω με τον εαυτό μου. Ντρέπομαι να τον αντικρίσω στο νοσοκομείο, παραλίγο να σκοτώσω τον άντρα που αγαπώ.


Created by Diana Chemeris

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

ΝΙΩΘΕΙΣ


ΝΙΩΘΕΙΣ

Νιώθεις? Τον έρωτα που δεν έφυγε. Τα φιλιά, τα χάδια, τα γλυκόλογα που έμειναν, και ας μην είμαστε μαζί. Νιώθεις? Την σπίθα που δεν έσβησε, δεν μπορεί να σβήσει, μια φλόγα που αντιστέκεται στον άνεμο. Νιώθεις? Πως ακόμα νιώθω όπως νιώθεις και εσύ, πως κάθε βράδυ ακόμα κοιμάμαι μαζί σου.

Θυμάσαι? Τότε που είμασταν ερωτευμένοι. Κανένας δεν μας σταμάταγε, κανένας δεν έμπαινε στην μέση, κανένας δεν υπήρχε. Μόνο εσύ και εγώ. Θυμάσαι? Ματιές, υποσχέσεις, πράξεις που δεν ξεχάστηκαν, θαμμένες στην καρδιά σε ένα μυστικό σεντούκι, σαν θησαυρός. Θυμάσαι? Ούτε εσύ τα έχεις ξεχάσει, κάθε φορά που θυμάσαι χαμογελάς.

Νιώθεις, την σκέψη σου να καλπάζει προς τα εμένα, με φωνάζει να στραφώ. Την αποδιώχνεις γιατί φοβάσαι να αισθανθείς, μην την διώχνεις σου λέω, σε φωνάζω. Νιώθεις, τη καρδιά σου που περνάει χίλια συναισθήματα όταν η εικόνα μου εμφανίζεται στο μυαλό, και κάπου εκεί είναι κρυμμένο ένα γλυκό χαμόγελο, ένα ξεχασμένο σ ’αγαπώ.

Θυμάσαι, τότε που ερωτεύτηκες εσύ εμένα και εγώ εσένα. Αγκαλιά στην παραλία, με ένα μπουκάλι κρασί, τα άστρα μας έκαναν συντροφιά τις στιγμές που γράφαμε στο συμπαντικό ημερολόγιο, μαζί για πάντα λέγαμε. Θυμάσαι, αυτά τα ίδια άστρα κοιτάς και τώρα και απορείς που πήγαν όλα.

Θυμάσαι. Νιώθεις. Δεν έφυγαν, δεν θα φύγουν ποτέ. Θα παραμείνουν κρυμμένα στις αναμνήσεις, μην τα αποδιώχνεις. Ένα χαμόγελο μας ένωσε, μία ντροπαλή λεξούλα, βρεθήκαμε ανάμεσα σε τόσο κόσμο, μοιραστήκαμε στιγμές, ενώσαμε ζωές. Και όμως, εσύ και εγώ βρεθήκαμε τυχαία, αγαπήσαμε. Και θα σου πω ένα μυστικό, αυτά δεν διαγράφονται.

Όσο και να προσπαθώ να τα σβήσω κάποιες φορές, άλλες τόσες θέλω να τα κρατήσω. Τα φυλάω σαν ένα δώρο, γιατί αυτά τα πράγματα μας έκαναν να ζήσουμε, να ερωτευτούμε. Χωρίς εμένα και εσένα δεν θα τα ανακαλύπταμε ποτέ. Χωρίς έμενα και εσένα η καρδιά θα κοιμόταν ακόμα, παγωμένη γεμάτη άγνοια.

Και ας χωρίσαμε δεν πειράζει, παραμένουν όλα δίπλα μας, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε μέρα η θύμηση αυτού που είχαμε. Και ας ζούμε με άλλους δεν πειράζει, θα ανακαλύψουμε άλλα τόσα μαζί τους, μία αγάπη αληθινή που βρίσκεται ανάμεσα σε τόσους εραστές. Δεν αποτύχαμε, αντιθέτως θριαμβεύσαμε.

Νιώθεις? Θυμάσαι που στα έλεγα, ένα κοινό μυστικό είναι όλα και εμείς το ανακαλύψαμε μαζί. Μην ξεχνάς τις αγάπες σου γιατί φεύγουν. Μένει μόνο το αίσθημα, αυτό που προσπαθείς μάταια να σβήσεις, μην το κάνεις. Ζήσε το, αγάπησε το, η στιγμή δεν πέρασε, είναι πάντα εκεί. Και αύριο που θα συναντηθούμε κάτω από τα ίδια αστέρια, θα ανταλλάξουμε ένα ευχαριστώ στα χείλη, επειδή τα καταφέραμε. Θυμάσαι? Νιώθεις? Αγαπάς?


Created by Diana Chemeris

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Η ΓΡΑΒΑΤΑ


Η ΓΡΑΒΑΤΑ

Με πνίγει αυτή η γραβάτα, όπως με πνίγει αυτή η γυναίκα. Με σφίγγει γερά στον λαιμό, έχει κάτσει κόμπο. Κάνω υπομονή, την φτιάχνω, αυτή σφίγγει ξανά, λες και το κάνει επίτηδες. Κάθε φορά θέλω να την ξελύσω, δεν το κάνω, μου αρέσει πολύ η συγκεκριμένη γραβάτα, όπως η συγκεκριμένη γυναίκα.

Κάθεται στον καναπέ, φλυαρεί. Λέξεις που δεν καταλαβαίνω, δεν βγάζω νόημα. Φλυαρεί για την σχέση μας, με κατηγορεί χωρίς λόγο. Γιατί.

Τι παράπονο έχει πάλι. Εγώ την προσέχω. Της παρέχω τα ταξίδια της, τα δώρα της, την ασφάλεια της, κρατάω μια σχέση που την καλύπτει. Γυναίκα με απαιτήσεις, κανονικά δεν πρέπει να παραπονιέται, δεν της λείπει τίποτα. Μόνο γκρίνια, με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένη. Παντού βρίσκει λόγο να τσακώνεται, να μουρμουρίζει. Μαλάκα και μουνόπανο ακούω από το στόμα της.

Νεύρα. Είμαι και εγώ ένας άντρας με απαιτήσεις, δεν είναι τυχαίο που μπορώ να της τα παρέχω όλα. Δουλεύω, σκίζομαι στην δουλειά και αυτή κάνει τα ψώνια της. Είμαι σε συναντήσεις και αυτή πάει βόλτα με τις φιλενάδες της. Υπογράφω συμβόλαια και αυτή επισκέπτεται το κομμωτήριο. Ποτέ δεν παραπονέθηκα για τον τρόπο ζωής που κάνει, γιατί βρίσκει πρόφαση να παραπονιέται αυτή.

Μουρμουρίζει, κάτι για μια φίλη της που πιστεύει πως γλυκοκοιτάζω. Μουρμουρίζει, που δεν της έχω πάρει την τσάντα που θέλει. Γκρινιάζει πως δεν την αγαπάω όπως πρώτα. Τα λέει με ψυχρό ύφος και το διασκεδάζει, θέλει να με φτάσει στα όρια μου.

Με σφίγγει αυτή η γραβάτα, όπως μου σφίγγει την ζωή αυτή η γυναίκα. Δεν την αντέχω άλλο, θέλω να απαλλαχτώ από αυτήν. Την ξεσφίγγω, λύνεται ο κόμπος, κρέμεται ανάλαφρα στους ώμους μου, νιώθω ελεύθερος.

Συνεχίζει να μουρμουρίζει, την κοιτάζω με φρίκη, δεν σταματάει. Πως άλλαξε αυτή η γυναίκα. Δεν είναι η γυναίκα που ερωτεύτηκα, πήρε την θέση της μια άλλη, μια άγνωστη τυχοδιώκτρια. Τόση γκρίνια, τόση κατηγορία δεν έχω αντιμετωπίσει πουθενά. Δεν με αγαπάει, οι αποδείξεις βρίσκονται στα σκληρά της λόγια, αγαπάω έναν προικοθήρα. Δεν αντέχω να την ακούω άλλο, πρέπει να απελευθερωθώ και από αυτήν.

Την πλησιάζω από πίσω. Δεν ακούω αυτά που λέει, λέξεις χωρίς νόημα από μια ψυχρή φωνή που δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για μένα, πάρα θέλει να με εκνευρίσει με κάθε τρόπο και να πετύχει τον σκοπό της. Αναθεματισμένη γυναίκα.

Παίρνω στα χέρια την γραβάτα μου. Σφιχτά την τεντώνω σαν γερό σκοινί. Την τραβάω προς τα πίσω με δύναμη, τα μάτια της έκπληκτα γουρλωμένα κοιτάνε προς τα πάνω, προς τα δικά μου μάτια. Αντιστέκεται, τινάζεται, φοβάται, οι φλέβες στον λαιμό της πετάγονται. Προσπαθεί να απελευθερωθεί από την γραβάτα, δεν την αφήνω, σφίγγω εντονότερα. Ο λαιμός της εγκλωβισμένος μέσα στην γραβάτα μου, όπως ήταν ο δικός μου προ ολίγου, ένας κόμπος στον λαιμό. Μόνο που δεν είναι το ίδιο, την πνίγω.

Θέλει κάτι να πει, μα δεν μπορεί, δεν την ακούω πια, πάρα μόνο κάτι αγκομαχητά. Και μετά σιωπή.


Created by Diana Chemeris

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΜΟΥ


Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΜΟΥ

Αγαπάω τον βασιλιά μου, τον αυτοκράτορα μου, τον άντρα μου. Σέβεται την χώρα του, τους χωρικούς και τους υπηκόους του, κυβερνάει με σθένος και ικανότητα. Σε θέματα πολέμου υπερισχύει σε στρατηγική από τους στρατηγούς, και σε καιρό ειρήνης επικρατεί ευημερία στην χώρα.

Ο βασιλιάς μου, το άστρο μου, το φως μου, τα μάτια μου, ο κόσμος όλος. Είμαι περήφανη που έγινα βασίλισσα του, κάθομαι στο πλευρό του δίπλα στον θρόνο του. Ανάμεσα στις υπόλοιπες πριγκίπισσες της χώρας διάλεξε την δική μου ομορφιά να στολίζει την αυτοκρατορία του, την δική μου υπακοή. Είμαι υπερήφανη για τον βασιλιά μου.

Είναι τρυφερός μαζί μου, συγκρατημένος, διακριτικός στους τρόπους του, όπως μόνο σε έναν βασιλιά αρμόζει. Είναι άντρας θαρραλέος και δίκαιος, άξιος ανδρείας, σεβαστός από όλους. Ο λαός τον αγαπάει, όπως και οι υπηρέτριες του.

Είμαι ευτυχισμένη στο κάστρο μου. Ικανοποιημένη από τις περιποιήσεις, την θέση που κατέχω στην εξουσία. Κάθε επιθυμία μου είναι διαταγή. Δεν μπορώ να ζητήσω άλλη τύχη, δεν τολμώ να ζητήσω τίποτε άλλο από τον Θεό, είμαι ευλογημένη.

Μέσα στο κάστρο, ανάμεσα στα πλούτη, περπατάω στους μεγαλοπρεπής διαδρόμους. Μια συνήθεια της πληκτικής ζωής μου όταν δεν χρειάζομαι στο πλευρό του αυτοκράτορα μου. Δεν του έχω δώσει απογόνους ακόμα, σπάνια έρχεται στην κάμαρα μου. Βλέπω την εκτίμηση και την αγαθή αγάπη στα μάτια του, και αυτό μου φτάνει. Τον αγαπώ.

Μια μέρα άκουσα γέλια σε μία από τις κάμαρες, το γέλιο ήταν δικό του. Κοντοστάθηκα κοντά στο πέτρινο παράθυρο, την γνώριζα αυτή την γυναικεία φωνή. Περίμενα, μέχρι που οι συνομιλίες και τα γελάκια σταμάτησαν. Βγήκε ακτινοβολώντας με χαρά μια υπηρέτρια του κάστρου, με έχει περιποιηθεί μερικές φορές.

Ανέφερε πως σέρβιρε το γεύμα του βασιλιά, του κρατούσε λιγοστή συντροφιά στην μοναδική ώρα της ημέρας που ξεκουράζεται από τα καίρια ζητήματα της χώρας. Μια σπίθα ζήλιας σιγοτρέμισε μέσα μου, προτιμάει την συντροφιά μιας υπηρέτριας παρά την δική μου. Το χαριτωμένο χαμόγελο και οι ευχάριστοι εύθυμοι τρόποι της, έσβησαν την σπίθα. Δεν τον ενόχλησα.

Λίγο καιρό μετά η υπηρέτρια παντρεύτηκε με τις ευλογίες του βασιλιά, και γέννησε. Η υπόθεση ξεχάστηκε στο μυαλό μου, μέχρι που ξαναπέρασα από την συγκεκριμένη κάμαρα. Έμεινα για αρκετή ώρα κοντά στο παράθυρο, άκουγα έντρομη με φρίκη την φωνή του βασιλιά μαζί με την γυναικεία φωνή γεμάτη ηδονή.  Έφυγα τρέχοντας στους διαδρόμους του βασιλείου.

Λίγη ώρα αργότερα με επισκέφτηκε η μεγαλειότητα του, τον υποδέχτηκα με περιφρονητικό χαμόγελο. Φίλησε το χέρι μου χωρίς να παρατηρήσει την διάθεση μου. Ήταν ευδιάθετος, τα μάτια του άστραφταν από ευτυχία, αναψοκοκκινισμένος. Μύριζα πάνω του την γυναικεία μυρωδιά, η οποία δεν ήταν δική μου. Η φλόγα της ζήλιας άναψε, το μυαλό μου θόλωσε. Είναι τρέλα, πως τόλμησε. Ο βασιλιάς μου με πρόδωσε, μαζί με εμένα θα προδώσει και την χώρα μου. Δεν θα το επέτρεπα, την αγαπούσα.

Έδιωξα κακήν κακώς τους υπηρέτες από την κάμαρα μου, προφασίστηκα πως έχω κάποιο σοβαρό ζήτημα να συζητήσω, τον έπεισα να κάτσει μαζί μου για τσάι. Δεν ανέφερα το περιστατικό, άλλα τους μελλοντικούς απογόνους που θα αποκτήσουμε καθώς τον έβλεπα να πίνει το πικρό τσάι που του πρόσφερα.

Αμφιβολία πέρασε από τα μάτια του, διαδέχτηκε ο φόβος κάτω από το σκληρό απαθές βλέμμα μου. Το φλιτζάνι από τα χέρια του χύθηκε, μαζί με το αρσενικό που γλίστρησε μέσα από τα αδέξια μου χέρια προ ολίγου. Αγωνιούσε πεσμένος στο πάτωμα. Σπαρταρούσε, πονούσε, ικέτευε, προσευχόταν, με απειλούσε καθώς αποτελείωνα το τσάι μου. Ξέρω πως μέχρι να φτάσουν οι φρουροί αυτός θα είναι νεκρός και εγώ θα εκτελεστώ.


Created by Diana Chemeris

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Κάνω χρόνια αυτή την δουλειά, είναι εύκολη και μου αρέσει το σεξ. Παίρνω πολλά χρήματα, είμαι καλή σε αυτό που κάνω. Έχω πολλούς πελάτες, τους αρέσει η παρέα μου, το σώμα μου, το ερωτικό μου βλέμμα και οι ικανότητες μου. Χωρίζονται σε καλούς και κακούς.

Οι καλοί με γεμίζουν δώρα, είναι σταθεροί. Με επιλέγουν στην μοναξιά τους, προσφέρω αυτό που τους λείπει, λίγες στιγμές τρυφερότητας και περαστικής αγάπης, παράλληλα περνάω και εγώ ευχάριστα μαζί τους. Άλλους τους ενδιαφέρει μόνο η επαφή, το σαρκικό πάθος που χαρίζω, και σαν τους κλέφτες μέσα στην νύχτα φεύγουν μόλις κλέψουν αυτό που έψαχναν.

Δεν τους ποθώ, δεν τους αγαπάω. Τα αισθήματα έχουν χαθεί. Είναι απλή συναλλαγή μεταξύ άντρα και γυναίκας, αναζητώ τις επιθυμίες τους, ανακαλύπτω τα βίτσια τους και τα εκπληρώνω, δίνω ευχαρίστηση. Μέχρι τον επόμενο.

Υπάρχουν πάντα διαφορετικές ιστορίες, πάντα διαφορετικοί άνθρωποι. Τόσες νύχτες, τόσα πάθη, τόσος πόνος κρύβετε μέσα στα βρόμικα κρεβάτια. Εγώ τα απορροφώ και τα ξεπλένω, για λίγο. Μέχρι το επόμενο ραντεβού.

Απόψε έχω ραντεβού. Ο άντρας που ζήτησε να με δει, θέλει την εμπειρία της κοπέλας, όλη την νύχτα. Περιμένω φιλιά, χάδια και τρυφερά λόγια. Ίσως κόκκινα τριαντάφυλλα, με λίγη σαμπάνια και πολύ καλό σεξ.

Φτάνω στον απομονωμένο πύργο του, στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου, μια σουίτα. Ανοίγει την πόρτα, δεν τον γνωρίζω. Ερωτικός, ελκυστικός κύριος, με κοιτάει λάγνα, με ποθεί. Με θέλει στα κόκκινα σεντόνια, γυμνή πριν χτυπήσει δώδεκα.

Με φιλάει διακριτικά στον λαιμό, συνεχίζει με πίεση. Απαιτεί να βγάλω τα ρούχα μου, με κοιτάει με πάθος και οργή. Με λέει πόρνη, πως μου αξίζει να είμαι μία. Με φιλάει, με δαγκώνει. Μπαίνει μέσα μου.

Περίεργους ανθρώπους συναντώ, με καταπιεσμένα αισθήματα. Πληρώνουν μια πουτάνα μίας βραδιάς και τα βγάζουν.

Με πηδάει, δυνατά, γρήγορα. σκληρά. Τα χέρια του με έχουν εγκλωβίσει, τα μάτια του σταθερά πάνω μου, θυμωμένα.

<<Της μοιάζεις.>> αποκρίνεται ψυχρά.

Το πρώτο χτύπημα. Μέχρι να ξεπεράσω την έκπληξη ήρθε το δεύτερο. Τρίτο, τέταρτο χτύπημα. Συνεχίζει, ουρλιάζω, μου κλείνει το στόμα. Προσπαθώ να ξεφύγω, φοβάμαι. Σταμάτησε, με άφησε, κλαίει.

Πονάω. Τον απεχθάνομαι, τον μισώ. Δεν έπρεπε να γίνει αυτό, δεν έπρεπε να εξελιχθεί έτσι η βραδιά. Δεν είμαι μια πόρνη που δέχεται χτυπήματα, έχω περάσει πολλά. Γνωρίζω αποκρουστικούς ανθρώπους, γίνομαι θύμα τους, πληρώνουν τα αισθήματα που έχω σκοτώσει. Δέχομαι σκληρά λόγια, ανούσιο σεξ, ταπείνωση. Όχι άλλα χτυπήματα.

Το αρπάζω από το κομοδίνο. Αστράφτει μέσα στην σφιχτή παλάμη μου. Δεν ανέχομαι να τον βλέπω να κλαίει, εγώ πρέπει να κλαίω. Με κοιτάει μετανιωμένος. Ανεβαίνω πάνω του.

Το πρώτο χτύπημα. Μέχρι να ξεπεράσει την έκπληξη ήρθε το δεύτερο. Τρίτο, τέταρτο χτύπημα. Συνεχίζω, ουρλιάζω, κλαίω. Ο κοφτερός ασημένιος χαρτοκόπτης πέφτει από τα τρεμάμενα μου χέρια και τα κόκκινα μεταξωτά σεντόνια γεμίζουν με αίμα.


Created by Diana Chemeris

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

ΧΑΜΕΝΟΣ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ


ΧΑΜΕΝΟΣ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ

Αυτό το γράμμα αφιερωμένο σε εκείνον που έφυγε. Η πνοή του χάθηκε στην άβυσσο, στο άγνωστο, άλλα καθόλου μακριά. Εκείνος, που έγινε ένα με τα άστρα, τον ψάχνω ανάμεσα τους. Ένα γράμμα σε εκείνον που άφησε τόσες αναμνήσεις,  δεν παρέμεινε τίποτε άλλο πάρα μια ανάμνηση.

Εκείνος με έμαθε να αγαπώ, να νοιάζομαι, να νιώθω. Νοιάστηκα για αυτόν, τον αγάπησα. Έφυγε μέσα στην νύχτα σαν το κλέφτη, τον έκλεψαν. Εκείνος που με το χαμόγελο του φώτιζε το πρόσωπο μου. Το χαμόγελο χάθηκε.

Έχουν περάσει χρόνια. Τόσα που δεν κατάλαβα πως πέρασαν. Εγώ μεγάλωσα,  εκείνος μένει στάσιμος σε εκείνη την μοιραία μέρα που τον πήρε μακριά. Έφυγε από το σώμα του, χάθηκε μέσα στον κενό αέρα. Τα μάτια του έσβησαν, αυτά που αγάπησα. Έχουν περάσει χρόνια και όμως, είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Μαζί με αυτόν χάθηκα και εγώ, πως πεθάναμε έτσι.

Τον βλέπω, τον ακούω. Δεν έχει φύγει εντελώς, όχι. Παραμένει δίπλα μου, η οσμή του, η φωνή του, η παρουσία του. Είναι εδώ, μια καθημερινή ανάμνηση, ζει. Τόσα πράγματα θυμάμαι, τόσα πράγματα έμειναν μαζί μου. Τόσα πράγματα ήθελα να γίνουν, μα δεν μπορούνε πια.

Έρχεται τα βράδια, με επισκέπτεται. Εκείνα τα όνειρα φαίνονται αληθινά, τον έχω μπροστά μου. Ξεχνώ τον θάνατο του, πιστεύω πως δεν πέθανε ποτέ. Εκείνα τα βράδια τον περιμένω, σαν να μην άλλαξε τίποτα. Συνεχίζουμε εκεί που αφήσαμε την ζωή μας μαζί, εκείνα τα όνειρα που αναπληρώνουν ότι χάθηκε.

Ζούμε μαζί, χορεύουμε, τραγουδάμε, γελάμε. Λέξεις, έρωτες, παιχνίδια. Σαν να μην έφυγε ποτέ, νιώθω την σάρκα του, τα μάτια του, τα φιλιά του. Η αγάπη του δεν χάθηκε ακόμα, είναι μαζί μου. Ένα σ ’αγαπώ για καληνύχτα. Μέχρι το καλημέρα που ξυπνώ.

Δεν με αφήνει, έρχεται σε ανυποψίαστες στιγμές. Δεν με αφήνει, υποσχέσεις, γλυκόλογα, χάδια, αγκαλιές. Δεν με αφήνει, μου θυμίζει πως υπάρχει, είναι ακόμα εδώ. Μέσα στην καρδιά μου, το μυαλό μου, τον κρατώ. Δεν τον αφήνω.

Ο Βαλεντίνος μου. Γιορτάσαμε μαζί τους προηγούμενους που έχασε, φέτος ξανά θα βρεθούμε, τον περιμένω. Συνάντηση στα όνειρα που θέλω τόσο πολύ να πραγματοποιήσω, ξέρω είναι αδύνατο. Αντικαθιστώ την πραγματικότητα που χάθηκε με την απώλεια του.
Μέχρι το βράδυ λοιπόν.


Created by Diana Chemeris

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

ΟΠΛΟΦΟΡΩ


ΟΠΛΟΦΟΡΩ

Κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη, δεν μου αρέσει αυτό που βλέπω. Γέρασα και η ζωή πέρασε χωρίς να το καταλάβω. Γνώρισα ανθρώπους, όλοι τους περαστικοί, γυναίκες και φίλοι. Δεν άφησαν τίποτα πάρα μόνο θλιβερές αναμνήσεις και λιγοστές χαρούμενες. Έρωτες που δεν εκπληρώθηκαν και φίλοι που με πούλησαν.

Κοιτάζω το όπλο στα χέρια μου. Δεν το έχω χρησιμοποιήσει ποτέ, το κρατάω για προστασία, επικίνδυνες εποχές ζούμε. Οι άνθρωποι που συναντώ κοιτάζουν άπληστα, με κακία, μίσος, σαν να εύχονται το κακό μου. Κάποιες φορές πιάνω τον εαυτό μου να θέλω να χρησιμοποιήσω το όπλο πάνω τους, εκεί όμως θα διαπράξω έγκλημα, αμαρτία, και θα πληρώσω.

Δεν μου μένει τίποτα άλλο παρά να ανέχομαι. Ανέχομαι ανθρώπους που δείχνουν τα δόντια τους σε ένα ψεύτικο χαμόγελο και μόλις βρούνε ευκαιρία δαγκώνουν. Τους ανέχομαι, φθείρομαι ψυχολογικά, δεν τους αντέχω.

Κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη. Πώς έγινα έτσι. Κάποτε ήμουν νέος, ζωηρός, γεμάτος ελπίδες και επιθυμία. Χαρά, προσδοκία, χαιρόμουν και αγαπούσα τους ανθρώπους μου. Τώρα μόνο απέχθεια έχει ριζώσει βαθιά μέσα μου, η καρδιά μου κρύωσε. Πως έχει γίνει έτσι η ζωή μου. Κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη, στοχεύω. Μπαμ.

Γίνεται θρύψαλα. Κοιτάζω το όπλο, κάνει θόρυβο. Όπως έκαναν τόσοι άνθρωποι στην ζωή μου, ψεύτικες υποσχέσεις και ψεύτικες αγκαλιές. Έφυγαν σαν το βράδυ, τον κρύο αέρα που με την αυγή φεύγει μαζί με τις άσχημες βασανιστικές σκέψεις. Και πάλι από την αρχή, μέρα με την μέρα πολεμάω, ψάχνω. Ψάχνω τους ανθρώπους που τόσο είχα αγαπήσει, που δεν υπάρχουν πια, με το πέρασμα του χρόνου άλλαξαν. Αυτό που είχα αγαπήσει δεν υπάρχει, δεν θα το βρω. Πέρασε και αναρωτιέμαι. Που πήγαν όλα.

Κοιτάζω τα θρύψαλα. Δεν είμαι νέος πια, γεμάτος ζωντάνια. Γέρασα, έγινα πικρόχολος, πως έγινε έτσι η ζωή μου ρωτώ ξανά και ξανά. Μπήκα στο παιχνίδι μαζί με τους άλλους. Να δαγκώσω και εγώ, να πληγώσω. Ένα πραγματικό χαμόγελο δεν ζωγραφίζεται πάνω στο πρόσωπο μου, έχει να εμφανιστεί καιρό. Μόνο υποκρισία, μόνο αυτό έχει απομείνει. Έτσι περνάει όλη η μέρα, με ψέματα. Βαθιά μέσα μου αναρωτιέμαι, πού πήγε αυτός ο ευχάριστος νεαρός, που αγαπούσε, που ευχόταν, που ήλπιζε. Που πήγε, έγινε θρύψαλα. Κοιτάζω κατάματα την κάννη του όπλου. Μπαμ.


Created by Diana Chemeris