Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΑ


ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΑ

Στην χώρα μου έμαθα πως πρέπει να προστατεύομαι. Προστασία από τον ήλιο, τον άνεμο και τους άντρες. Οι βαριές ενδυμασίες καλύπτουν το δέρμα και τα μαντίλια το πρόσωπο. Είναι ατιμία να εμφανιστώ χωρίς αυτά, ασέβεια προς τις παραδόσεις. Δεν τολμώ να τα απαρνηθώ ή να παρανομήσω. Λόγω του χαριτωμένου λικνίσματος μου, τα μάτια των αντρών πέφτουν στους γοφούς μου.

Κανένας ποτέ δεν θαύμασε τις ανεξερεύνητες εκφράσεις του προσώπου μου, τα πυκνά μακριά μαύρα μαλλιά δίπλα από αυτό, και τις κρυφές καμπύλες του σώματος μου. Κανένας ποτέ δεν με γνώρισε πραγματικά.

Υποδουλωμένη σε νόμους αιώνων, η ενδυμασία κρύβει τα συναισθήματα, την δυστυχία, τον πόνο, τον θυμό. Μονάχα η σχισμή των ματιών μπορεί να μαρτυρήσει, για όσους κατανοούν. Για μένα οι μουσουλμανικές παραδόσεις του χωριού μου είναι κάτι φυσικό στην ζωή μου. Δεν γνωρίζω τις δυτικές χώρες, ούτε καν την ελευθερία τους μπορώ να φανταστώ, ένας τόπος τόσο μακρινός με τόσο διεφθαρμένο όνομα. Κρατιέμαι μακριά από τα φώτα και τους πειρασμούς που προξενεί ο εξωτερικός αυτός κόσμος, ο υπόλοιπος κόσμος.

Οι δραστηριότητες μου άγονται στις αγορές, την πρωινή βόλτα και το σπίτι των πατεράδων μου. Η καθημερινότητα μου παραμένει ίδια, η ζωή μιας νεαρής μουσουλμάνας στο χωριό. Φροντίζω την γριά μητέρα μου και συντηρώ το σπίτι με τα τρία μικρότερα μου αδέλφια, ενώ ο πατέρας κερδίζει το ψωμί στο τραπέζι μας.

Πέρασε καιρός από εκείνη την μέρα, θυμάμαι φλυαρούσα με μια παλιά φιλενάδα στην αγορά, η ώρα πέρασε χωρίς να το αντιληφθώ. Φοβούμενη τον θυμό του πατέρα μου στην πολύωρη απουσία μου, έσπευσα προς το σπίτι, ή ώρα απογευματινή.

Συνάντησα σε ένα στενό δρομάκι νεαρούς άντρες, το ενδιαφέρον στα μάτια τους πρόστυχο καθώς σφύριζαν προς το μέρος μου άπρεπες λέξεις. Φοβισμένη συνέχισα τον δρόμο μου χωρίς να τους κοιτάξω, ώσπου τα σφυρίγματα με ακολούθησαν. Καμία ανθρώπινη ύπαρξη δεν υπήρχε να με υπερασπιστεί.

Τρομαγμένη, έψαχνα διέξοδο στον κύκλο που σχημάτισαν γύρω μου. Εμπόδιο τα κοροϊδευτικά πρόσωπα τους, επικίνδυνα τα μάτια τους, στροβιλιζόμουν συγχυσμένη στις εναλλαγές άγνωστων προσώπων στην προσπάθεια μου να ξεφύγω. Τα χέρια τους πλησίαζαν προκλητικά την μακριά φούστα μου, ήμουν απροστάτευτη στον απειλητικό στεφάνι που δημιούργησαν.

Νόμιζα πως όλα τελείωσαν, η ήρεμη ψυχική ζωή, οι όμορφες στιγμές, η αγνότητα και η παρθενιά μου. Μοναδική ανάμνηση, ένας βιασμός. Ας με βοηθήσει ο Αλλάχ.

Μία οργισμένη αντρική φωνή πάγωσε την ταραγμένη μου όψη, δεν αναγνώριζα τις φωνές αν ήταν οι δικές μου οι κραυγές. Ένας από τους άντρες έπεσε ξυστά πάνω μου, τράπηκε σε φυγή. Στο βλέμμα τους συνάντησαν γροθιές, οι βιαστές χωρίς όνομα, απομακρύνθηκαν τρομαγμένοι από μια μονάχα φιγούρα που γύρισε επιτέλους να με δει. Παρέμεινε μονάχα αυτός, το πρόσωπο του κουρασμένο από την πάλη για την τιμή μου.

Ο άντρας που με έσωσε, έγινε ο άντρας μου.


Created by Diana Chemeris

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

ΜΥΣΤΙΚΟ


ΜΥΣΤΙΚΟ

Θες να μάθεις το μυστικό μου. Δεν σε ξέχασα, δεν μπόρεσα. Χάνω τα βράδια μου, αναρωτιέμαι, ήσουν πραγματικά εκεί ή απλά στην φαντασία μου, κόλπα που έπλασα μόνη μου. Με αποπλανείς, αισθάνομαι πως θες, κρυμμένος ανάμεσα σε όνειρα φτιαγμένα από λουλούδια.

Λίγος καιρός πέρασε, λίγος ο χρόνος να σε μάθω, να κατανοήσω την θολή σου εικόνα ολοκληρωμένη. Μια μέρα βρεθήκαμε τυχαία σαν δυο συνωμότες της μοίρας, καθρεφτίσαμε έναν οιωνό από κάτι ξεχασμένο, που και οι δύο οφείλαμε να ανακαλύψουμε.

Εσύ, έδωσες τον καλύτερο σου εαυτό για να μείνεις αποτυπωμένος. Με εκνεύρισες, με εξόργισες, μέχρι που γελοιοποιήθηκες, και όμως τα κατάφερες. Αυτή η κίνηση δεν φεύγει. Μένει, εκείνες τις ώρες, τις μέρας που δεν με απασχολεί τίποτε άλλο εκτός από εσένα, σαν εμμονή.

Ο εγωισμός κάλπασε, καβάλησε το άλογο της παραίσθησης των δυσάρεστων συναισθημάτων και τα ποδοπάτησε. Κρυμμένες επιθυμίες που ντρέπονται, καταπιεσμένες, χωρίς εξωτερίκευση, συναισθήματα χωρίς ανταπόκριση, κατηγορίες. Γυρίσαμε την πλάτη στα πράγματα που πραγματικά θέλουμε, στα λόγια που αποτυπώνουμε κάθε βράδυ στην φαντασία μας.

Μια ζωή που είχαμε, μια ζωή που χάσαμε, μια ζωή που θα μπορούσαμε να έχουμε και μια που θα φτιάξουμε. Ερωτήσεις, απαντήσεις. Όλα στο μυαλό, φράσεις, λέξεις, ψίθυροι, ακαταμάχητα από την γλώσσα στο κενό. Και συνέχεια σε σκέφτομαι, φαντάζομαι. Σκέψεις πονηρές, εικόνες φλογερές, φαντασιώσεις άσεμνες.

Όταν φωνάζεις την νεράιδα σου στο νυχτοκρέβατο σου, να την πάρεις αγκαλιά, να της μιλήσεις, μην ξεχνάς πως ξέρω. Δεσμεύτηκα σε αυτό που δημιουργήσαμε, υποσυνείδητα και ηθελημένα. Διάλεξα οτιδήποτε άλλο, τελικά επέλεξα εσένα. Ψευδαισθήσεις μιας νυκτός, της καθημερινής ζωής.

Σε εκείνες τις νύχτες σε φυλάκισα. Αυτό είναι το μυστικό μου. Δεν φεύγεις, μάταια, σαν να βρίσκεσαι κοντά μου. Θέλω να σε σβήσω με αναμνήσεις καινούριες, καταστάσεις ανούσιες. Μέχρι που επανέρχεσαι ξανά, πιο έντονα, και μένει η απορία. Ποιος είσαι.

Δεν ξεφεύγω από το μυαλό μου, δεν μπορώ. Θα πιστέψω, θα το ζήσω, θα τολμήσω, δεν θα ντραπώ. Θα ελευθερωθώ, θα χαθώ. Ύστερα γλυκά θα σε φιλήσω και θα σε σβήσω.


Created by Diana Chemeris

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

ΘΑΛΑΣΣΑ


ΘΑΛΑΣΣΑ

Κοιτάζω την θάλασσα και σε θυμάμαι. Στην θάλασσα σε γνώρισα, ένα καλοκαιράκι τόσο αθώο και νεανικό, που ακόμα να ξεχάσω. Σε παρόμοια κύματα καταλήξαμε, στις πρώτες μας λέξεις, στις πρώτες μας ματιές, με συντροφιά τον ήλιο. Παρόμοιες σκέψεις ανταλλάξαμε κάτω από το φως του φεγγαριού ενώ αντανακλούσε το λεπτό του στρώμα από ασήμι πάνω στα κύματα.

Στην ίδια αμμουδιά κάθε καλοκαίρι μοιραστήκαμε φιλιά, στιγμές πλημμυρισμένες από αγάπη, τα κορμιά μας παθιασμένα ακουμπισμένα πάνω στην άμμο, μπλεγμένα μέσα σε κόκκους χρυσού. Πάντα η θάλασσα σε θυμίζει. Στον βυθό της κρυφτήκαμε, όπως κρύψαμε τα πιο μυστικά γλυκόλογα ώσπου ο άνεμος τα ταξίδεψε μακριά. Οι πιο ερωτευμένες ματιές αποτυπώθηκαν στον φόντο της καυτερής φλόγας του ηλίου. Μέσα στα νερά κολυμπήσαμε, αφήσαμε πίσω μας τον ταλαιπωρημένο κόσμο, ξεχασμένο μπροστά στην γαλήνη της ουτοπίας που φτιάξαμε μαζί.

Δεν θα ξεχάσω εκείνη την θάλασσα, την τρομερή. Εκείνη την μέρα άφησες τα κύματα να σε παρασύρουν. Κολυμπούσες βαθιά, φαινόσουν τόσο κοντά στην στεριά που μπορούσα σχεδόν να σε αγγίξω, αγνάντευα το πέραν που ενώθηκε μαζί σου. Οι ακτίνες γέμισαν χαρούμενα τα χορτασμένα σώματα μας και η απαλή δροσιά ελευθέρωσε τα δεσμά του πραγματικού κόσμου.

Όταν ο ήλιος κρύφτηκε κάτω από τα βιαστικά γκρίζα σύννεφα, τίποτε δεν σταμάτησε τα κύματα από το παράπονο. Τίποτα δεν σε φόβισε.

Ξέρω πως αγαπούσες την θάλασσα, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Δεν κατάλαβα ποτέ τι σου συνέβη, πως έκανες την θάλασσα σπίτι σου τελικά.

Αναγνώριζα την φωνή σου ανάμεσα στον θορυβώδη αέρα, αναγνώριζα το όνομα μου από τα χείλια σου σε ένδειξη βοήθειας. Πάλευες να απελευθερωθείς από μανιασμένα σχήματα νερού, τέρατα που επιτέθηκαν στην μόνη μου αγάπη. Οι υγροί δαίμονες με εμπόδιζαν, ο άνεμος με τράβαγε στην στεριά, ο ουρανός άφησε τα λυσσασμένα δάκρυα να με μαστιγώσουν, η νύχτα βύθισε την θάλασσα σε οργή. Δεν σε έφτανα. Συνέχεια απομακρυνόσουν βαθύτερα κοντά σε έναν θεό ξεχασμένο.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί συνέβη αυτό, γιατί η αγαπημένη θάλασσα σε πήρε μαζί της. Σε ψάχνω στα κύματα της από τότε, μαζί με τον αέρα την φωνή σου. Περιμένω μάταια την εμφάνιση μιας γοργόνας, αναδυόμενη από τις ξεχασμένες αναμνήσεις της θάλασσας, που βυθίστηκε βαθιά.


Created by Diana Chemeris

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

ΕΦΙΑΛΤΕΣ


ΕΦΙΑΛΤΕΣ

ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΠΡΩΤΗΣ

Δεν είμαστε μόνοι. Περικυκλωμένοι από ανθρώπους άγνωστους σε γνωστές παρέες που δεν θυμάμαι. Πρόσωπα που έμειναν θολά στην βιασύνη του χρόνου. Καθόσουν δίπλα μου, φοβόσουν τα περίεργα βλέμματα που έσκιζαν την ψυχή σου. Περίμενες κάτι κακό, ήθελες να προστατευτείς. Δεν μπορούσες να μιλήσεις, μόνο έτρεμες. Έκρυβες το πρόσωπο σου από την δροσιά, την κάπνα και τα λόγια που μουρμούριζαν ακατονόμαστες μάσκες.

Δεν ήσουν πια κοντά μου, βρισκόσουν απέναντι μου, στο άλλο άκρο. Στεκόμασταν πάνω στον γκρεμό, διαφορετικούς, η απόσταση μας χώριζε, ανάμεσα μας το κενό, τίποτα δεν μας ένωνε. Αδυνατούσα να σε φτάσω, να σε πιάσω, να σε προστατέψω από τις παρέες που κάποτε γνωρίσαμε πίσω σου. Το ίδιο πλήθος πίσω μου, περίμενε το επόμενο μου βήμα, στο κενό.

ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ

Ξανά μαζί. Σε ένα μέρος που ανακαλύφθηκε στα όνειρα μας, το νησί των ονείρων μας. Μας υποδέχτηκαν οι άνθρωποι της παράξενης χώρας με τα πλούσια φρούτα, τα ψηλά δέντρα, και τα κελαηδιστά ζώα. Ένας τόπος γαλήνης και φιλοξενίας, γεμάτο φιλικά πρόσωπα. Ένα όνειρο που έγινε πραγματικό, για μένα και για σένα.

Ώσπου.

Τρέχαμε, να ξεφύγουμε. Όλα σκοτείνιασαν, ο ουρανός σαν βαρύ μολύβι, τα δέντρα και τα φρούτα σάπισαν, τα ζώα έβγαζαν κραυγές. Οι φιλικοί άνθρωποι εμφάνισαν αιχμηρά δόντια πάνω στα παραλλαγμένα πρόσωπα τους και το σκοτεινιασμένο δέρμα δεν θύμιζε ανθρώπινο. Μας κυνηγούσαν για σκοπούς που τρομάζαμε να παραδεχτούμε, ώσπου βρεθήκαμε στην βάρκα της σκοτεινής θαλάσσης.

ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΤΡΙΤΗΣ

Είμαι μόνος, δεν είσαι δίπλα μου. Ένα βαρύ κενό για το πρόσωπο που χάθηκε, το ψάχνω, δεν το αναγνωρίζω, δεν θυμάμαι. Μοναξιά και θλίψη στο μοναχικό μου κρεβάτι, ψάχνω κάποια ανάμνηση, κάποιο δείγμα πως ήσουν εκεί. Που πήγες, πήδησες από τον γκρεμό ή σε πιάσαν τελικά.

Είσαι δίπλα μου. Κουλουριάστηκα στην αγκαλιά σου και αποκοιμήθηκα. Είναι απλά εφιάλτες. Όλα θα πάνε καλά.


Created by Diana Chemeris

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

4 λεπτά - Παρουσίαση



4 λεπτά - Παρουσίαση


Οι Εκδόσεις Μολύβι και η συγγραφέας Νατάσσα Καραμανλή, παρουσιάζουν το βιβλίο <<4 λεπτά>>, την Κυριακή 10 Απριλίου 2016 στις 19.00 στο "Cafe Θέα/tro" Βασιλέως Γεωργίου 2 Α, Θεσσαλονίκη.

Το βιβλίο αποτελεί ένα συλλογικό έργο, βασισμένο στο ομώνυμο διαδικτυακό project της συγγραφέως Νατάσσας Καραμανλή.

Συμμετάσχει έργο της Diana Chemeris. 32 συγγραφείς μέσα από 32 ιστορίες, καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα <<πόση ζωή χωρά μέσα σε 4 λεπτά?>> Τέσσερα λεπτά, είναι 4 λεπτά ζωής.

Κάθε ιστορία στα <<4 λεπτά>> είναι και μια προσωπική αποτύπωση. Κάθε συγγραφέας είναι μια σχεδία ναυαγημένη στον ωκεανό του δικού του χρόνου. Και έχει μόνο τέσσερα λεπτά για να αντιδράσει. Να θυμηθεί, να κλάψει, να ερωτευτεί. Να ζήσει. Να σας αγγίξει.

Το βιβλίο παρουσιάζει ο συγγραφέας Θεόφιλος Γιαννόπουλος.
Διαβάζουν οι: Μυλόπουλος Νίκος και Δικμάνης Δημήτρης.

Θα μιλήσουν οι εκδότες Μάνος Αμπατζής και ο Ηλίας Ιορδανίδης

Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Μολύβι στις 10 Απριλίου 2016, σε διάθεση από το e-shop του εκδοτικού οίκου

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

KONZERT


KONZERT

Φα. Φα. Φα. Ντο. Λα. Μι. Λατρεύω το κομμάτι που παίζω. Του αγαπημένου Μπαχ, φέρνει αναμνήσεις από πολύ παλιά. Μια μελωδία ανάκατη με συναισθήματα, γλυκές και ταυτόχρονα θλιβερές. Δύσκολη εμπειρία όταν ήμουν παιδί, ειδικά όταν δεν καταλάβαινε κανένας τι περνάω και τι θέλω να πω.

Σολ. Φα. Μι. Ρε. Ακόμα πιο δύσκολο να βρω την άκρη όταν έγινα ενήλικας, ακόμα πιο δύσκολο να με καταλάβουν οι μεγάλοι. Η ψυχή έμεινε παιδική, ανάμεσα στις συνθέσεις του Μπαχ και λοιπόν μουσικών. Η ψυχή μου αγκάλιασε την διπολικότητα του μυαλού μου και ανασυνθέτει συγχορδίες μαζί με τα μεγάλα ταλέντα, δημιουργώ μουσικές, ακούω τις δικές μου νότες. Τόσες υφέσεις και διέσεις. Κλειδιά του Σολ, του Φα και του Ντο.

Έχω σύντροφο που με αγαπάει. Με στηρίζει, είναι διαφορετικός από μένα, κανονικός, γνωρίζει για μένα και πήρε την ευθύνη. Είναι άντρας με ανάγκες σαν τους άλλους. Με αγαπάει, το βλέπω, γεμάτος υπομονή κάθετε και ακούει τον Μπαχ που παίζω.

Οι συνηθισμένες του δραστηριότητες δεν περιλαμβάνουν κάποια συναυλία ή κάποιο μάθημα πιάνου. Αντιθέτως, περιλαμβάνει μουσική από καφενεία και μάθημα τάβλι. Ο συνηθισμένος άντρας που με στηρίζει λέει πως με αγαπάει, αγαπάει και τις περαστικές γυναίκες στα καφενεία, ενώ πάντα επιστρέφει σε μένα.

Φα. Σολ. Λα. Σι. Λα. Σολ. Mezzo Forte, μετρίως δυνατά. Έτσι τον αγαπώ εγώ. Όσο πάει και δυναμώνει, δυναμώνει. Δυναμώνουν τα νεύρα, οι φωνές και οι νότες. Δεν αντέχω άλλο διέσεις και υφέσεις, ανεβοκατεβάσματα της μουσικής, όπως και της ερωτικής ζωής μου. Δεν αντέχω να ξέρω πως γυρνάει με άλλες, δεν αντέχω να γεμίζει φιλιά τις συνηθισμένες γυναίκες.

Δεν ξέρει από τρέλα, από παράνοια. Γυρνάει και αλλάζει το μυαλό απρόβλεπτα. Τον περίμενα ώρα με τον Μπαχ να παίζει μέσα στο κεφάλι μου, σαν εμμονή. Το διαπασών ανάμεσα στα δάχτυλα μου, λεπτό και μυτερό μεταλλικό, το πιάνο κουρδισμένο. Έφτασε και τα ψέματα συνέθεταν αγέρωχα μέσα στο στόμα του. Φα. Ρε. Ντο. Ρε.

Του επιτέθηκα. Τον μισούσα, του φώναζα. Οι νότες δυνατότερες μέσα στο κεφάλι μου, ανακατεμένα με τα ψέματα και τις κραυγές. Το διαπασών απειλητικό μέσα στο χέρι μου μπροστά στα μάτια του, με εκλιπαρούσε να μην το κάνω. Δεν θα κοιτάει άλλες γυναίκες εκτός από μένα. Ο Μπετόβεν ήταν κουφός.

Ντο. Σι. Λα. Σι. Ντο. Παίζω το αγαπημένο μου κομμάτι του Μπαχ. Αυτός ακούει από τον καναπέ. Οι νότες καλύπτουν τις θλιβερές υποκρούσεις τις φωνής του. Κάθεται φοβισμένα ήσυχος και ακούει, αυτήν την ικανότητα του άφησα. Είναι αργά πια για μετάνοιες. Δεν βλέπει, τα μάτια του τα έβγαλε το διαπασών, άφησε δυο κόκκινα κενά στην θέση τους. Ντο. Σι. Λα. Σι. Ντο.


Created by Diana Chemeris

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Ο ΔΟΥΚΑΣ


Ο ΔΟΥΚΑΣ

Διψάω, μου παρέχουν νερό, δροσερό όσο και αυτές. Πεινάω, με περιμένει ένα πλουσιοπάροχο γεύμα, φτιαγμένο από αυτές. Ότι καπρίτσια και θελήματα έχω, οι διαταγές μου εκπληρώνονται, χάρη σε αυτές.

Κουβαλάω τον τίτλο του Δούκα, δεν είμαι κανένας τυχαίος. Έχω προσφέρει υπηρεσίες στο κράτος και προσωπικές χάρες. Τα χρήματα μου μοιράζονται σε κτήματα και κτίρια, από τα οποία αποκτάω ένα γερό εισόδημα.

Έτσι έφτιαξα την αυτοκρατορία μου, την περιουσία μου. Με καλές συμφωνίες, σκληρή δουλειά και γερή κληρονομιά. Είμαι ένα επίτιμο και γνωστό μέλος της κοινωνίας, απαιτώ σεβασμό, γρηγοράδα και υπακοή.

Οι διαταγές μου μπορούν να είναι πολλές, ένα απλό μπάνιο ή ανακαίνιση του κάστρου για τον επόμενο χορό προς τιμήν της αριστοκρατίας της τάξης μου. Τίποτα δεν λείπει από την ζωή μου. Τα γούστα μου είναι εκκεντρικά και εκλεκτικά, όπως και τα πιο βαθιά μου πάθη.

Κάθε καλοκαίρι προσλαμβάνω μια καινούρια υπηρέτρια. Η ομορφιά της πρέπει να είναι αγνή και η υπακοή της πιστή. Δεν ανέχομαι να μην κάνουν σωστά την δουλειά τους, ειδικά αυτά τα κοριτσάκια που το μόνο που κατέχουν στην ζωή τους είναι μισθός και στέγη που παρέχω για τις υπηρεσίες τους.

Το κάστρο μου έχει πολλά δωμάτια, άνετα και όμορφα, εκεί τις στεγάζω. Άμα είναι υπάκουες, παίρνουν ανταμοιβή, στις καλύτερες χαρίζω διαμάντια. Όχι, δεν μου φτάνει μόνο μια, θέλω να έχω επιλογές, όπως οι καθημερινές μου δραστηριότητες είναι προσεχτικά διαλεγμένες και διαφορετικές.

Όταν πεινάσω, με ταΐζουν. Όταν διψάσω, με ξεδιψάνε. Όταν έχω άλλες ορέξεις, σκοτεινές, τις εκπληρώνουν.

Είναι κοινό μυστικό πια μέσα στον προσωπικό μου κύκλο η συλλογή των φτωχών γυναικών και οι παραξενιές μου. Όταν φτάνει η πανσέληνος, τις φωνάζω κοντά μου, τις στήνω στη σειρά και επιλέγω τις πιο ποθητές εκείνες τις μέρες. Αργότερα θα με συναντήσουν στις πιο βαθιές κάμερες του κάστρου, στο υπόγειο κοντά στο παλιό μπουντρούμι. Εκεί που οι φωνές πνίγονται και οι σκοτεινές φαντασιώσεις μου μένουν μυστικές.

Στην γέμιση του φεγγαριού όλα επιτρέπονται, μια ερωτική βραδιά που δαμάζονται οι πιο ατίθασες και νεανικές ενέργειες. Κεριά, μαχαίρια, αλυσίδες, βέργες. Όλα επιτρέπονται στο κρυφό δωμάτιο. Κάποιες φορές είμαι σκληρός, τις δένω, τις μαστιγώνω, τις ξυλίζω, ξέρω πως τους αρέσει. Μόνο απόλαυση ακούγετε από το στόμα τους εκείνες τις μαγικές βραδιές, είναι και εκείνες διεστραμμένες πάνω στον σαδισμό μου. Μέχρι να φύγει η νύχτα απομένω ευχαριστημένος από την φωτεινή ακτίνα της ηδονής που διαλύθηκε μέσα μου.

Απόψε ποια να διαλέξω?


Created by Diana Chemeris