Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

ΑΓΙΕ ΒΑΣΙΛΗ


ΑΓΙΕ ΒΑΣΙΛΗ
Αγαπητέ Άγιε Βασίλη.

Σου γράφω μετά από καιρό, ίσα που θυμάμαι την τελευταία φορά, ήμουν πολύ μικρός. Σου ζητώ συγνώμη. Νιώθω πως σου οφείλω πράγματα, μερικά δώρα που άφησα στην παιδική μου ηλικία. Τότε με γνώριζες καλύτερα, έτσι ένιωθα, δίχως ποτέ να βρίσκεσαι κοντά μου.

Πάντα ήξερες, πάντα πρόσεχες. Ένιωθα την παρουσία σου κάθε Χριστούγεννα, γιορτινές μακρινές μέρες που θυμάμαι ακόμα καθαρά. Ύστερα έπαψα να πιστεύω, έκανα ένα τρομερό σφάλμα. Έπαψα να μεγαλώνω μαζί σου. Έπαψα να ελπίζω, να περιμένω.

Δώρα και παιχνίδια. Κάλαντα, γιορτές. Σημαντικές στιγμές. Γλυκά, στολίδια και κεριά. Πράγματα που κάποτε έδιναν χαρά, κατέληξαν ανούσια στα ράφια. Εκείνο το δώρο που ζήταγα επίμονα με τόσα γράμματα. Πίστευα τα έλαβες. Από λάθος συνεννόηση γονέων, που δεν κατάλαβαν ένα παιδί, έφτασε κάτι άλλο κάτω από το δέντρο. Πληγώθηκα. Θύμωσα, θυμάμαι. Έκλαψα.

Θεώρησα πως δεν με καταλάβαινες, πως δεν με ξέρεις στα αλήθεια. Δεν είσαι εκεί, δεν με ακούς. Ανακάλυψα το ψέμα σου μια παλαιά γιορτή. Εκείνα τα Χριστούγεννα χαράχτηκαν και ξεχάστηκαν. Κάθε επικοινωνία διακόπηκε, μα τώρα πια καταλαβαίνω το σφάλμα μου.

Νιώθω σαν να γέρασα πολύ, σαν ο χιονιάς να κάτσε πηχτός στην πόρτα μου. Σαν κάθε χειμώνας να ήταν βαρύτερος. Εκείνα τα χρόνια που έλειπες, έδιωξα ιπτάμενους ταράνδους, νεράιδες, ξωτικά και θαύματα.

Θυμάμαι ένα πραγματικό δώρο που έδωσες, κάτι που διέγραψα μαζί σου. Η πίστη. Την έχασα, συνέχισα μια ζωή δίχως μαγεία, χωρίς καθοδήγηση στο μονοπάτι. Βρέθηκα στην άλλη πλευρά του παραμυθιού, ανάμεσα σε τόσους άλλους που ξέχασαν.

Έπρεπε να συνεχίσω να σου γράφω, κάθε χρόνο να το φροντίζω, να είμαι καλό παιδί. Να μην ξεχάσω, ώσπου να γεράσω, όταν βγάλω λευκά μαλλιά. Να μοιράζω δώρα, όπως εσύ. Αγάπη, ευτυχία, πράγματα που εσύ μαθαίνεις στα παιδιά. Τώρα σου γράφω, ίσα που προφταίνω. Περιμένω την άφιξη σου, ένα χαρμόσυνο γεγονός. Πιστεύω σε εσένα.

Ένα έχω να πω, θέλω να γίνω ξανά παιδί. Εκείνο το παιχνίδι, ακόμα το ζητώ. Χαίρομαι, ξέρω πως υπάρχεις. Πως θα έρθεις, θα με βρεις. Χαμογελώ. Θυμάμαι το γλυκό παιδί μέσα μου, που συνεχίζει ακόμα να ελπίζει.

Χρόνια Πολλά.                                                                                                                                                         

Created by Diana Chemeris

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

ΜΑΥΡΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ


ΜΑΥΡΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Βράδυ, βρίσκομαι στο γραφείο. Με περιμένει ένα δέμα που δεν άνοιξα ακόμα. Ξέρω πως το έστειλε εκείνη, πως μετά από χρόνια εκδικείται. Με προειδοποίησε το ιδιαίτερο άρωμα που ευωδίαζε, εκείνο που γεννά γνώριμες μουσικές στο μυαλό. Περιμένω να τελειώσω την δουλειά, πριν δω το περιεχόμενο. Ξέρω πως ήρθε η στιγμή.

Το άνοιξα στην σιγή, σαν ιεροτελεστία. Στο σκοτεινό εσωτερικό, ξάπλωνε ένα μαύρο τριαντάφυλλο. Μαύρο, σαν τα μάτια της. Θυμάμαι τα μαύρα τριαντάφυλλα, εκείνα που στόλιζαν τον λαιμό της. Εκείνα τα μάτια, διαπερνούσαν τις σκέψεις μου, τα αγάπησα. Με υπνώτιζαν, με έκαναν να πιστέψω. Θυμάμαι όταν η καρδιά μου έγινε πέτρα, διέκοψα όνειρα στην μέση. Τότε που την άφησα. Τότε που την πλήγωσα.

Εκδικείται. Ναι. Εκείνη μου χάρισε την ψυχή της, ξέρει. Την πρόσβαλα. Τώρα προσβάλει την δική μου. Θυμάμαι, την αγκαλιά που με κοίμιζε. Θυμάμαι, τα χαστούκια που με ξύπναγαν. Ναι. Εκείνο το πλάσμα με αγαπούσε, τώρα με καταριέται. Ξέρει τον τρόπο, μου το είχε αναφέρει. Μάγισσα. Ναι, θυμάμαι τα μάτια της, εκείνα που με έσφαξαν όταν ξεστόμισα τα τελευταία λόγια.

Θυμάμαι. Σαν να μην πέρασαν μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια. Σαν να μην ξέχασε, σαν να μην ξέχασα εγώ. Σαν χθες. Το κάνει. Χτύπησε. Αποφάσισε. Τώρα θυμάμαι τα πάντα. Καταριέται με μαγικό τρόπο την ζωή μου. Έφταιξα. Το τριαντάφυλλο μαγικά έπεσε σαν στάχτη στα χέρια μου, σαν να κάηκε, όπως έκαψαν εκείνη τα σκληρά μου λόγια. Η οσμή εντονότερη, γέμισε τον χώρο. Με έπνιγε.

Ξέρω τι συμβαίνει. Ήρθε η ώρα. Ναι. Αντιμετωπίζω τον εαυτό μου, όπως εκείνη ήθελε. Τίποτα δεν είναι ίδιο.

Θυμάμαι. Στιγμές που πέταξαν και μίσησα. Θυμάμαι, εκείνα που διέγραψα, που τόλμησαν να μιλήσουν σιγανά τις σιωπηλές βραδιές. Τα έδιωξα. Τα έβρισα.

Θυμάμαι. Τρόπους που λάσπωσα μια αληθινή στιγμή, λέξεις που τύπωσα για μια βλαβερή πληγή. Ξαναζώ. Χωρίς να μπορώ να διορθώσω.

Στην μνήμη επέστρεψαν εκείνα τα θαμμένα, που ακόμα συνεχίζω να ρίχνω χώμα. Η στάχτη τα ξέθαψε, σαν ξόρκι. Θυμάμαι, εκείνους που έδιωξα. Θυμάμαι εκείνη, που χυδαία πρόδωσα. Γνωρίζω, η κατάρα μαυρίζει μια μελανή ψυχή.

Μου μιλάει. Ακούω. Κατηγορώ. Αντέχω. Υποκρίνομαι. Αντέχω. Θυμώνω. Ακόμα αντέχω. Στεναχωριέμαι. Αντέχω. Βλέπω τα μάτια της. Ακόμα αντέχω. Αναγνωρίζω. Συνεχίζω. Βλέπω μέσα μου. Με φοβίζω. Ακόμα αντέχω. Δεν ζώ. Αντέχω.

Created by Diana Chemeris

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ


ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ

Μια φορά και έναν καιρό, με απήγαγαν. Τότε αφελέστατα πίστευα πως ήμουν ασφαλής, πως κανένας δεν θα ζητούσε τίποτε από μένα. Έχασα τον δρόμο, εκείνοι με πρόσεξαν, με παραμόνευαν.  Με οδήγησαν εδώ βίαια, με έκλεισαν. Είπαν να μην φοβάμαι, πως όλα θα είναι καλύτερα για μένα, όλα θα φτιάξουν. Ακόμα να καταλάβω το μονοπάτι της ζωής μου.

Αιχμαλωτισμένη, στο απομονωμένο δωμάτιο, που δεν ήταν καθόλου ταπεινό. Βρέθηκα ανάμεσα σε επίχρυσα στολίδια, χρυσά σκεπάσματα, μεταξένια μαξιλάρια. Φρούτα και δώρα. Τίποτε δεν έλειπε. Ούτε το όπιο που άφησαν πίσω.

Εκείνη την μέρα, όλα έγιναν γρήγορα. Με έλουσαν, με έντυσαν στα χρυσά υφάσματα, με στόλισαν. Με ετοίμασαν, με άλλαξαν σε μια διαφορετική γυναίκα. Έτσι άλλαξα ζωή. Οι ευνούχοι περίμεναν μόνο κατανόηση από εμένα, με επέλεξαν, ήμουν τυχερή που βρέθηκα εδώ.

Έλεγαν.

Η αίγλη της αιχμαλωσίας, πρόδιδε τον προορισμό μου. Καθαρή, φοβισμένη, αποχαυνωμένη, περίμενα την εξέλιξη της φυλάκισης μου. Φανταζόμουν την ανεπιθύμητη κατάληξη, αν όλα πήγαιναν στραβά.

Οι φωνές έξω από την επίχρυση πόρτα προμήνυσαν πως έφτασε η ώρα. Αναγκάστηκα να τους ακολουθήσω, το όπιο σταμάτησε οποιαδήποτε αντίδραση φώλιαζε στην ψυχή μου. Στα πιο τρελά μου όνειρα, δεν φανταζόμουν πως θα είχα την τιμή, πως θα περπατούσα τους διάσημους διαδρόμους, πως θα αντίκριζα τα ακριβά γλυπτά και το απόκοσμο φως που φώτιζε τους κήπους.

Με πήγαιναν σε εκείνον. Ξέρω γιατί με επέλεξαν, δεν θα με έψαχνε κανείς, δεν έχω κανέναν. Είμαι όμορφη, ακριβώς αυτό που του αρέσει.  Φτωχή, χωρίς δύναμη να ελέγξω την ζωή μου. Νέα, χωρίς άντρας να γνωρίζει το σώμα μου. Η κατάλληλη επιλογή.

Όταν οι πύλες άνοιξαν, τον είδα. Με περίμενε. Με πρόσφεραν. Το δώρο του. Με πρόσταξαν να του χορέψω. Με κοίταζε με ενδιαφέρον, με ερευνούσε. Του άρεσα.

Με δέχτηκε στην ζωή του, κοντά στον θρόνο της Ανατολής, στις μυστικές γυναίκες του. Από τότε ζώ εδώ, χίλιες και μια νύχτες στο χρυσό κλουβί μου. Όλα είναι καλά. Αρκεί να είμαι καλή κοπέλα, αρκεί το όπιο να διαγράφει τις αναμνήσεις μου. Η ζωή μου ανήκει στον σουλτάνο μου.

Ο άρχοντας μου.


Created by Diana Chemeris

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

ΠΑΡΕΑ


ΠΑΡΕΑ

Κάναμε πλάκα, διασκεδάζαμε, ήπιαμε παραπάνω εκείνη την μέρα. Ήρθε καλοδεχούμενη η ιδέα, οδηγήσαμε ώσπου εκεί. Ψηλά, η θέα στα πόδια μας, ο κόσμος δικός μας. Από τόσο μακριά, η πόλη φάνταζε άλλος τόπος. Γυαλιστερή μέσα στα φωτάκια της, ξύπνια, ζωντανή, οικεία. Το μέρος που φιλοξένει τις μέρες και τις νύχτες μας, αγνώριστη από τόσο ψηλά, σαν άλλη πολιτεία.

Εκείνη την νύχτα, δεν μας ένοιαζε. Τίποτε απολύτως. Γιορτάζαμε. Μέσα στο αμάξι, με φόντο την πόλη. Οι μακρινές ζωές των άλλων, φαινόταν ένα ψέμα, τίποτα δεν μας άγγιζε κοντά στον ουρανό. Δεν μας απασχολούσε πια. Πιστεύαμε πως ο κόσμος μας ανήκει, πως μπορούμε να πετάξουμε ψηλά.

Γελάγαμε, πίναμε, μιλούσαμε. Ζούσαμε όπως τα νέα παιδιά πρέπει να ζήσουν. Δεν μας ένοιαζε τι έλεγαν οι άλλοι, οι μεγάλοι. Εκείνοι δεν γελάνε πιά, δεν κάνουν σκανταλιές, δεν θυμούνται πως ήταν. Υποδείγματα μιας κοινωνίας που ξέχασε, νομίζει πως ξέρει, μα κάνει λάθος. Εκείνοι την ζωή την περνάνε αυστηρά με θλίψη, ενώ εμείς την γιορτάζουμε. Εμείς ακόμα το ζούμε

Όλος ο κόσμος, η θέα μας. Η ζωή μας. Τόσες νύχτες οδηγούσαμε παράνομα πριν πάρεις δίπλωμα. Τόσες νύχτες αποφύγαμε τον κίνδυνο, τόσες μέρες ξυπνούσαμε ζωντανοί. Είμαστε ακόμα εδώ, κραυγάζαμε. Μεγαλώσαμε, αποκτήσαμε απολυτήρια και διπλώματα. Τώρα πρέπει να δούμε την ζωή σοβαρά, μα δεν το κάνουμε.

Η ψυχή μας αποζητάει εκείνα που την θρέφει. Την διασκέδαση, το παιχνίδι, τα άκρα. Η ψυχή κοιτάει τον ουρανό και ζει, ονειρεύεται. Πετάει ψηλά με τα υπόλοιπα άστρα. Ένα σύμπαν που δεν διαχωρίζει, δεν κατηγορεί, δεν πληγώνει. Εκεί είμαστε όλοι ίδιοι. Αγαπάμε. Νιώθουμε. Ζούμε.

Την θυμάμαι εκείνη την νύχτα. Εκείνη η νύχτα μας έδωσε ζωή, ώσπου..

Θα επιστρέφαμε. Ήσουν νέος οδηγός.

Μπερδεύτηκες, ζαλίστηκες. Δεν κατάλαβα τι έγινε. Όλα ξαφνικά. Το γέλιο κόπηκε στην πτώση. Ξέρω, την ένιωσες και εσύ την πτώση. Θυμάμαι. Ήταν πια αργά όταν αντιλήφθηκες το λάθος. Πετάγαμε. Πέφταμε. Ευθεία μπροστά.

Ευθεία στον γκρεμό.

Created by Diana Chemeris

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

ΓΕΙΤΟΝΑΣ


ΓΕΙΤΟΝΑΣ

Τον παρακολουθώ συχνά, σχεδόν κάθε πρωί στην απέναντι πολυκατοικία. Παρατηρώ που κάθετε στο μπαλκόνι παρέα με καφέ και ένα σώβρακο, παράξενος άνθρωπος. Φοράει μαύρα γυαλιά, απολαμβάνει τον μεσημεριανό ήλιο ώρες, σαν να μην υπάρχει αύριο. Κάθε μέρα, την ίδια ώρα, είναι εκεί. Μονολογεί, χειρονομεί, τινάζεται. Νομίζω είναι λιγάκι τρελός.

Με παρακολουθεί συχνά. Όταν δεν κλείνω την κουρτίνα, νιώθω το βλέμμα του σταθερό πάνω μου. Παρακολουθεί τις κινήσεις μου όταν του το επιτρέπω, άλλες φορές κρύβομαι από την αδιακρισία του. Είναι νέος άντρας, σαν και εμένα, λιγάκι άξεστος και τεμπέλης. Φτιάξαμε κάποια είδος φιλίας, μυστικά χωρίς κουβέντες, μονάχα ματιές που λένε σιωπηλά ένα ξερό καλημέρα, καφέδες που ανταμώνουν από μακριά και τσιγάρα που διαδέχονται το ένα μετά το άλλο.

Φέρεται παράξενα τελευταία. Τα σώβρακα γίνανε φανταχτερά, φοράει γούνα καταμεσήμερο και ασυνήθιστα καπέλα κρύβουν τον ήλιο από το πρόσωπο του. Είναι μια σκοτεινή σκιά του εαυτού του και με τρομάζει. Νομίζω τρελάθηκε.

Τον βλέπω απέναντι, η μέρα βροχερή, αυτόν δεν τον νοιάζει. Καπνίζει πίπα αυτή την φορά, φαίνεται να είναι γυμνός. Βγήκα με τον καφέ στο μπαλκόνι να τον ανταμώσω, να δω καλύτερα.

Κάτι κρατάει στο χέρι του. Γυαλιστερό και ασημένιο, επικίνδυνο. Με περιεργάζεται έντονα, φαίνονται σκέψεις που δεν πρέπει να ακούσω. Πολύ περίεργος τύπος.

Ανεβάζει το χέρι του, το γυαλιστερό αντικείμενο με στοχεύει. Νομίζω κάνει πλάκα, πως είναι ψεύτικο. Γελάει. Είναι τρελός.

Μπαμ. Η πρώτη βολή με βρήκε στον ώμο. Πριν προλάβω να αντιδράσω και να καταλάβω τι συμβαίνει. Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τα αίματα και την τελευταία εικόνα.

Μπαμ. Η δεύτερη βολή με βρήκε στην καρδιά.

Created by Diana Chemeris

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΦΗΒΙΚΟΣ


ΕΦΗΒΙΚΟΣ

Τον θυμάμαι ακόμα. Τότε ήμουν μικρή, τον γνώρισα στα ζωηρά χρόνια γεμάτα χαρά και ενθουσιασμό, στην αθωότητα της εφηβείας. Τον θυμάμαι, ερωτευμένος, ρομαντικός, αθώος, παιδί ακόμα, στα μάτια του ήμουν η πρώτη και μοναδική.  Μου έταζε αστέρια και λουλούδια. Πίστευε πως τίποτα δεν θα μας χώριζε, πως θα είμασταν για πάντα μαζί. Ο πρίγκιπας μου.

Μα έκανε λάθος. Τον πλήγωσα, χώρισα τους δρόμους της αμετάκλητης δέσμευσης, συνέχισα την ζωή μου, χωρίς εκείνον τον έρωτα που χρωστούσα πολλά. Ράγισα την λούτρινη καρδιά που μου χάρισε, ποδοπάτησα τα ραβασάκια γεμάτα ποιήματα, ξέχασα αστέρια και λουλούδια. Παρέμεινε μονάχα μια ανάμνηση, ενός αθώου έρωτα, στα χρόνια που ξεχάστηκαν και δεν μπορώ ξανά να ζήσω.

Βρεθήκαμε τυχαία. Κρατήσαμε επαφή, τον συναντούσα μία φορά στο τόσο. Μιλάγαμε για περασμένα, βλέπαμε πως άλλαξαν πολλά, περνάγαμε καλά. Σαν φίλοι, κρυφά θρηνούσαμε τα αισθήματα που θάψαμε βαθιά σε ένα κουτί με παιδικές αναμνήσεις. Κάθε χρόνο, η κοπέλα που ερωτεύτηκε, άλλαζε και απομακρυνόταν από εκείνη που γνώριζε εκείνος. Κάθε χρόνο, φάνταζε πιο ξένος, η εικόνα της αθωότητας αλλαγμένη. Κάθε χρόνο, συναντούσα έναν διαφορετικό άντρα, κάθε χρόνο μεγαλώναμε. Εκείνη η αγάπη δεν υπήρχε, μα οι συναντήσεις μας, ζωντάνευαν τις εικόνες που αφήσαμε να σβήσουν.

Δέκα χρόνια μετά, είμαι γυναίκα. Ώριμη να ξεχωρίσω ένα ξεμυάλισμα από την πραγματική αγάπη. έμπειρη να δω τα πράγματα ξεκάθαρα, ικανή να εκφράσω αισθήματα. Δέκα χρόνια μετά, εκείνος είναι  άντρας. Ώριμος να αποφασίζει, έμπειρος να κατακτήσει, ικανός να με αλλάξει.

Έτσι όταν τα χείλη μας συναντήθηκαν ξανά, τυχαία από μια μικρή απαίτηση, κάτω από ένα δέντρο που σήμαινε πολλά για μας. Άλλαξα. Η αίσθηση φούντωσε στο στήθος, θύμισε τα αθώα χρόνια που ως δια μαγείας επέστρεψαν στην επιφάνεια. Τα αισθήματα κραύγασαν για μια θέση στον κόσμο που τους ανήκει, ζήτησαν να επανέλθουν στην πραγματικότητα και να μην καταπνίγονται πια στην μνήμη της παιδικότητας. Κάθε φορά που τον φιλούσα, ανακάλυπτα κάτι που ξέχασα, κάτι που εκείνο το κοριτσάκι μέσα μου κρυφά αρνείται να  προδώσει. Ο μύθος της εφηβικής αγάπης ξύπνησε, σαν να μην πέρασαν ποτέ δέκα χρόνια.

Έτσι ξαφνικά, εκεί που πίστευα πως έσβησαν όλα. Έτσι ξαφνικά, η αγάπη που θυμόμουν μόνο από εφηβικά σκαλίσματα στο νυχτερινό κρεβάτι. Επανήλθε έντονη, αναζήτησε μια θέση στην καρδιά μου, προκάλεσε να την ξαναζήσω. Αισθήματα που δεν μας αφήνουν να χωρίσουμε, φιλιά που ανυψώνουν τις στιγμές μας. Τώρα είμαστε μαζί, ζούμε το παλιό μας παραμύθι, ο πρίγκιπας μου και η πριγκίπισσα του. Σαν δύο έφηβοι ξανά, ερωτευμένοι, μοιραζόμαστε υποσχέσεις με αστέρια και λουλούδια, ανταλλάζουμε λούτρινα και ραβασάκια, σαν να μην πέρασαν ποτέ δέκα χρόνια.


Created by Diana Chemeris

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΟΙΟΣ


ΠΟΙΟΣ

Ο πραγματικός μου εαυτός. Κρύβω μυστικά, τα μάτια δύσκολα περιγράφουν την αλήθεια και η έκφραση διψάει να μιλήσει.

Ποιος? Η ερώτηση περιστρέφεται στο μυαλό μόλις συναντάω εκείνον. Ποιος είναι. Στο πρόσωπο του περιγράφεται μια ολόκληρη ζωή, εμπειρίες που καλά γνωρίζει και εγώ δεν μπορώ να φανταστώ. Εμπειρίες που δημιούργησαν μια προσωπικότητα αλλιώτικες από τις άλλες, καθώς η κάθε ιστορία περιγράφει σκηνές που νιώθει ζωντανός. Ποιος είσαι. Από πού έρχεσαι. Πού πας. Τι νόημα απέκτησες και ποιόν αγάπησες.

Όλοι κρύβουν ένα μυστικό. Το ζητούμενο είναι να καταλάβουμε ποιος. Ποιος είμαι. Τι ζητάω. Τι θέλω. Γνωρίζω τον πραγματικό μου εαυτό, ανάμεσα στις ανασφάλειες και τις φοβίες. Τον χειρότερο μου εαυτό. Μόλις απαντηθεί η ερώτηση, ξεκινάει η περιπέτεια. Αναζητάω τους άλλους, τους όμοιους μου. Και μόλις τους βρω, εκείνα τα μάτια μαρτυρούν πολλά. Ποιος είναι. Τι ζητάει. Τι θέλει.

Όλοι έχουν μια προσωπική ιστορία να διηγηθούν. Έζησαν, αγάπησαν και πέθαναν μέσα στην ψυχή τους. Όλοι κράτησαν επιθυμίες που μέθυσαν, σκέψεις που κατέστρεψαν. Και η ζωή συνεχίζεται. Αρκεί να ακούς. Η ανάγκη του ανθρώπου είναι να επικοινωνεί, να εξηγήσει, να δείξει. Διψάει για αναγνώριση, ψάχνει κάποιον σαν και αυτόν, να τον καταλάβει, να τον αποδεχτεί. Ψάχνει την αλήθεια. Αγωνίζεται ανάμεσα σε εμπόδια και δυσκολίες, ξεθάβει μυστικά ώστε να τα μοιραστεί. Μαζί σου.

Ποιος είσαι. Πες μου. Μην με φοβάσαι. Αν δεν μιλήσεις θα χαθείς. Σαν να μην υπήρξες, επειδή φοβήθηκες να χαρίσεις τον εαυτό σου. Θα τον χάσεις καθώς κρύβεσαι. Τόσο σημαντικά νομίζεις είναι όλα, στο τέλος καταλήγουμε μαζί, μακριά σαν ένα, εκεί που δεν ξεχωρίζουν οι άνθρωποι, μια μάζα. Κοντά σε έναν Θεό που δεν θυμάμαι. Ποιος είσαι, ποιος μιλάει για εσένα, τι θέλει να πει.

Μέσα στον λαβύρινθο, ψάχνω τον ανώτερο εαυτό, αποκωδικοποιώ τα κρυφά του λόγια, το μυαλό αφήνει σημάδια, μέχρι να αντιληφθώ τον απώτερο σκοπό. Τότε θα εξηγηθεί γιατί ήρθα, γιατί ζω, και τον σκοπό που θα πεθάνω. Στον στίβο της ζωής, τρέχω να προλάβω, να βγω νικητής.

Ίσως σε συναντήσω ανάμεσα, ίσως νικήσουμε μαζί. Ποιος είσαι.


Created by Diana Chemeris

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΜΟΥ


ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΜΟΥ

Καλοκαίρι. Μία από τις τέσσερις εποχές γεμάτη ανεμελιά και ζωντάνια, μια περίοδος που ξεδιψάει τόσους αγανακτισμένους ανθρώπους και επιστρέφει τα χαμένα νιάτα. Τέτοιες μέρες αγέρωχα αγγίζω τον ήλιο και τον γαλάζιο ουρανό, χωρίς την παραμικρή δυσκολία, γιατί τότε είναι που όλα σταματάνε. Οι υποχρεώσεις μπαίνουν στο μπαούλο και τα μυστικά καλύπτονται με άμμο. Ο ήλιος χαϊδεύει φιλικά την σάρκα καθώς το θαλασσόνερο ξεπλένει την ένταση του χειμώνα. Εκείνες τις μέρες, βρίσκω παλιούς φίλους και αγαπημένους, γράφω παραμύθια και εκπληρώνω ποθητές φαντασιώσεις.

Έτσι το φετινό καλοκαίρι αφιερώθηκε σε μένα. Έσβησα έγνοιες και σκέψεις. Δυσκολίες και δύστροπους ανθρώπους. Ήταν δικό μου, μοιρασμένο με άτομα που μπήκαν στο καράβι μαζί μου, με προορισμό τις τρελές κατακτήσεις των νησιών και την πορεία του φεγγαριού.

Καταλήξαμε σε ένα μέρος που πλήθη ζευγαριών κάναν έρωτα πριν από εμάς. Κάθε παραλία μια ανάμνηση μιας δυνατής αγάπης, τόσοι ερωτευμένοι άφησαν τα σημάδια τους. Ανακαλύψαμε επίγειους παραδείσους με οδηγό απόμερα μονοπάτια. Ξεχάσαμε πληγωμένες καρδιές και ερωτευτήκαμε την δύση του ηλίου. Το σώμα κάηκε ανάμεσα σε χρώματα του ουράνιου τόξου και τα χείλη ξεράθηκαν στο αλμυρό νερό.

Και κάπου εκεί γνώρισα εκείνον. Ήρθε απρόοπτα, σαν μια ευχή από κάποια ιστορία. Ένας άντρας που τόσες τουρίστριες ψάχνουν, ώστε να γεμίσει το καλοκαίρι αναμνήσεις και καυτές παραθαλάσσιες στιγμές. Αξέχαστος. Το ηλιοκαμένο κορμί έκανε εμφάνιση ανάμεσα στον ήλιο, το χαμόγελο του απέκλεισε τους άλλους, τα μάτια του έψαχναν τις φαντασιώσεις μου. Τα δυνατά του χέρια με κράτησαν στους δρόμους του νησιού και με κρύψανε στην αγκαλιά του κάθε βράδυ.

Έτσι ήρθε, σαν απαλό καλοκαιράκι που χάιδεψε τα μαλλιά μου με ένα φύσημα των ματιών του, ένα μυστικό που ανταλλάξαμε σιωπηλά ανάμεσα σε βογκητά. Ανακάλυψα την ζεστασιά του κάτω από τον ήλιο, με μια υπόσχεση να ξαναβρεθούμε. Στα σκοτάδια ιδρωμένη τον άγγιζα, καθώς το ρυθμικό λίκνισμα ορχήστρωνε τον άνεμο που επισκεπτόταν τις νύχτες. Τα πρωϊνά, τα φιλιά καλημερούσαν το σώμα και οι μέρες των διακοπών άρχιζαν ξανά με διαφορετικές στάσεις και προορισμούς.

Το καλοκαίρι τελείωσε, οι διακοπές σηματοδότησαν το τέλος τους. Το επεισόδιο γράφτηκε και το κύμα δεν ξεπλένει πια. Η βάρκα ψάρεψε όνειρα γραμμένα στην άμμο, και το φεγγάρι μαζεύτηκε τα βράδια. Έπρεπε να τον αποχωριστώ. Η εικόνα του έμεινε ανεξίτηλη ανάμνηση αυτού του καλοκαιριού που βρήκα όλους τους έρωτες μαζί.

Σε άφησα στο νησί. Συνάντηση το επόμενο καλοκαίρι.


Created by Diana Chemeris

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΨΕΥΤΗΣ


ΨΕΥΤΗΣ

Τι να της πω για να την πείσω. Ερωτηματικά με κοιτάζουν τα νωχελικά της μάτια. Θαμπωμένος στρέφω τα μάτια μου σε κάποιο σημείο του κορμιού της. Μόνο από κάποια μυστήρια φυλή κατάγεται η ύπαρξη της. Το τρόπαιο πρέπει να μπει στην συλλογή μου. Τι να της πω για να την πείσω?

Λέω πράγματα που δεν πιστεύω, δεν υπάρχουν. Μόνο και μόνο για να την πείσω. Εξυμνώ τον εαυτού μου, κρυμμένος πίσω από όμορφα λόγια και μια προσπάθεια. Συνεχίζω, με ιστορίες χαρούμενες, ερωτικές και θλιβερές. Παραμύθια. Μέχρι να διεισδύσω στο μυαλό της, παρακολουθώ αντιδράσεις, ώσπου να καταλάβω τι θέλει, τι ποθεί

Κρύβω την πραγματικότητα, την παραποιώ. Την παρουσιάζω όπως μου αρέσει, σε τόσους ανθρώπους. Μια ζωή ψεύτικη με αναληθή εικόνα. Εκεί ζώ θαμμένος, σκέφτομαι τρόπους μέχρι να τους πείσω, με σκοπό να καταφέρω αυτό που ποθεί το άπληστο μυαλό μου, ώσπου να ευχαριστήσω τον εγωισμό μου. Και συνεχίζω.

Υπάρχουν τρόποι πειθώ. Μια μικρή πλύση εγκεφάλου που κλέβει την νοημοσύνη. Ψέματα, λέξεις, προτάσεις μεγάλες και μικρές. Λίγο πιπέρι και αλάτι στην αλήθεια, λίγη φαντασία στην ζωή μου, λίγο κύρος στην προσωπικότητα μου. Υπόσχομαι, λεφτά, δώρα, συμφέρουσες προτάσεις. Προσφέρω, ασφάλεια, εμπιστοσύνη, φιλία. Μέχρι να βρω το σημείο που θα πείσω.

Τι να της πω για να την πείσω. Η ζωή φαντάζει ανιαρή, βαρετή. Μάχομαι σε έναν αγώνα για να προσδώσω κάποιο ενδιαφέρον, καθημερινά. Έζησα, πόθησα πολλά και κατάκτησα μερικά καπρίτσια. Και αυτό το πλάσμα τώρα, ταράζει τις φαντασιώσεις μου. Προβάλω τον εαυτό μου βασιλιά, αυτοκράτορα σε βασίλειο που δεν υπάρχει, μόνο και μόνο για να πειστεί.

Τώρα εκείνη με ακούει. Στριφογυρνάει μια μονάχα ερώτηση στην έκφραση της. Εννοώ αυτά που βγάζει το στόμα μου? Θα πραγματοποιήσω τις υποσχέσεις μου? Δεν χρειάζεται να ξέρει το μετά. Σημασία έχει να πετύχω αυτό που θέλω τώρα.

Τι να της πω για να την πείσω. Τι ψέμα να σκεφτώ, τι γεγονότα να πλάσω. Θέλω το βλέμμα της θα παραμείνει σταθερό επάνω μου, έστω για μια βραδιά. Θέλω να την γευτώ, να μου δοθεί. Την καλοπιάνω. Με έχει ανάγκη, δεν το βλέπει? Θα το δει, θα την πείσω. Θα με ψάξει, θα με χρειαστεί. Ψέμα στο ψέμα, υποκρίνομαι τον μέντορα, τον σοφό στην μπερδεμένη νεαρά που δεν ξέρει τι θέλει, δεν ξέρει που πάει. Υποβιβάζω τις γνώσεις της με σκοπό να αναδείξω την ανωτερότητα μου, με σκοπό να την μπερδέψω. Πρέπει να της δείξω, πρέπει να της πω, πρέπει να την πείσω.

Με κοιτάει καχύποπτα. Τι να της πω για να την πείσω. Ίσως στο ποτό κάτι της ρίξω, ώσπου στο κρεβάτι μου την λύσω.

Created by Diana Chemeris

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

ΣΥΜΦΕΡΟΝ


ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Σε περιμένω για καφέ, έχεις αργήσει. Δώσαμε ραντεβού εδώ και ώρα, μα εγώ ακόμα περιμένω, δεν φεύγω. Πάντα το κάνεις αυτό, με εκνευρίζει. Ποιος νομίζεις πως είσαι που με αφήνεις να περιμένω, για ποιον περνάς τον εαυτό σου.

Σε καλώ και δικαιολογείσαι. Ψέματα. Σε ξέρω καιρό. Με έχεις ανάγκη, το ξέρω. Η σχέση μας έγινε τυπική, οι κουβέντες μας χωρίς περιεχόμενο και ουσία. Κανονικά δεν ταιριάζουμε, δεν είμαστε ίδιοι άνθρωποι όπως τότε. Το βλέπω, το αναγνωρίζω.  Βλέπω το θέατρο που παίζεις, μα σε αφήνω να υποκρίνεσαι. Γιατί ξέρω, με έχεις ανάγκη.

Έφτασες. Βλέπω στο πρόσωπο σου πως δεν αγχώθηκες, ούτε μια στάλα ιδρώτα δεν χρωμάτισε το μέτωπο σου στον δρόμο σου. Δεν σου ήταν δύσκολο να με στήσεις, όπως όλες τις προηγούμενες φορές.

Φλυαρείς. Μα τι λες? Ακούς τον εαυτό σου? Είναι πράγματα αυτά που μου λες? Νομίζεις με ενδιαφέρουν? Από συμφέρον βρίσκεσαι απέναντι μου, μέσα σε αυτό μεγαλώσαμε. Λες λόγια επιφανειακά και πράγματα μόνο για να χαϊδέψουν τα αυτιά, μα δεν τα εννοείς. Ξέρεις πως κάνω αυτό που θέλεις, έχω κάνει τόσα για σένα. Ξέρεις, οι άνθρωποι αλλάζουν, μεγαλώνουν και ωριμάζουν. Μαθαίνουν. Καταλαβαίνουν, αναγνωρίζουν την αλήθεια της ψυχής που προσπαθείς να κρύψεις πίσω από κολακευτικά λόγια.

Περιφέρεις το βλέμμα σου με ενδιαφέρον. Σε ξέρω, σε ξέρω καιρό. Ξέρω πως φέρεσαι, και αυτή δεν είναι συμπεριφορά. Με παίρνεις τηλέφωνο μόνο όταν με χρειαστείς. Όταν σε ψάχνω εγώ, δυσκολεύομαι να σε βρω, μια στιγμή από τον χρόνο σου να χαρίσεις δεν μπορείς. Με απογοητεύεις, καταβάλεις προσπάθεια να με κάνεις να γελάσω. Δεν τα καταφέρνεις, σου χαρίζω εκείνο το ψεύτικο χαμόγελο που ψάχνεις. Έχω μάθει και εγώ να υποκρίνομαι.

Βλέπω τις σχέσεις γύρω μου που βασίζονται στο συμφέρον, έτσι κατέληξε και η δική μας. Θυμάμαι ακόμα τις συναντήσεις που γίναν στο παρελθόν, ήταν πραγματικές. Τότε που ακόμα δεν καταλαβαίναμε από ανθρώπους, τότε που δεν είχε μπει στην μέση το συμφέρον, η ψευτιά, η απληστία. Τότε που ακόμα ζούσαμε την στιγμή, όχι το υποτιθέμενο κέρδος. Χρωστάμε κάποια πράγματα εμείς, δεν ζήσαμε τυχαία μαζί. Δεν ειπώθηκαν όνειρα και φιλοδοξίες στο ίδιο τραπέζι που καθόμαστε εδώ και χρόνια, δεν χάθηκαν όπως το σύνολο των υποσχέσεων που δώσαμε στις περαστικές φιλίες.

Ξέρω από συμφέρον, το έχω νιώσει. Δεν δυσκολεύομαι να σε καταλάβω, μπήκα και εγώ στο παιχνίδι αυτό. Σε παρακαλώ όμως να μην με κοροϊδεύεις, μην μου το τρίβεις στην μούρη. Σταμάτα. Γιατί ξέρω, γιατί καταλαβαίνω, γιατί θα βοηθήσω.


Created by Diana Chemeris

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ


ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ

Στον ποταμό δίχως χαρά, οι ομιχλώδες ψυχές περιπλανιούνται ακόμα. Τις ακούω, ψιθυρίζουν στον Χάρο, παρακαλούν μια μεταφορά δίχως επιτυχία διότι κάποιος παρέλειψε να τοποθετήσει τον όβολο στο στόμα τους. Εγώ δεν έκανα λάθος, εγώ τον τοποθέτησα.

Οι ίδιες ψυχές στα νεκρά αυτά νερά, αντηχούν σιωπηλά το όνομα τους μέσα στην ομίχλη, με ένα θρόισμα των αποξηραμένων φύλλων. Ψάχνουν τις πύλες του Κάτω Κόσμου, όπως τις ψάχνω και εγώ, μα εγώ δεν πέθανα ακόμα.

Διασχίζω τον Αχέροντα ποταμό πάνω σε μια ξύλινη βάρκα, στην ίδια πορεία με τους νεκρούς, μιμούμενος τις κινήσεις του Βαρκάρη που μόλις τους παρέλαβε από τον Ερμή. Η νύχτα έγινε στερέωμα της μέρας, η ησυχία νεκρώδη γύρω μου, οι δοκιμασίες πλησιάζουν. Φτάνω στην σπηλιά του λόφου, διασχίζω τις πύλες. Με συναντάει ο ιερέας, κρυμμένος κάτω από μαύρη κουκούλα, ο δαυλός αποκαλύπτει τα παράξενα λευκά θολά μάτια που δεν αντικρίζουν τον ζωντανό κόσμο.

Σιγή. Στο σημείο αυτό φτάνουν προσκυνητές για μια τελευταία συνάντηση, μια τελευταία απάντηση, από έναν άνθρωπο που δεν δέχτηκαν να αφήσουν. Εγώ δέχτηκα να την αφήσω. Ένα τελευταίο αντίο δεν πρόλαβα να δώσω την μέρα που την ανακάλυψα νεκρή. Δεν τολμούσα ποτέ μια συνάντηση, ώσπου χρειάστηκα μια απάντηση.

Όστρακα, κουκιά, γάλα, μέλι. Η μοναδική τροφή των περασμένων μερών, κλειδωμένος στο μισοσκόταδο, η πραγματικότητα διαφεύγει την συνείδηση μου. Είμαι μόνος, ακούω φωνές από τους τοίχους, προσευχές και επικλήσεις σε θεούς που δεν θέλουν να βρίσκομαι εδώ. Πρέπει να την δω, πρέπει να μάθω.

Λουτρό, πεταμένες πέτρες, κάθαρση και εξαγνισμός. Άφησα πίσω μου την ουσία του αληθινού κόσμου, το κακό που υπάρχει έξω από τα ιερά αυτά τοίχοι, στο σπίτι του Άδη. Αναζητώ την στιγμή της συνάντησης. Περιμένω.

Ζαλισμένος, δεν κατανοώ πια. Η ζωή μαζί της ήταν ψέματα ή αλήθεια. Μου κάναν πλάκα οι θεοί, μου την πήρανε, με μάγεψαν οι ιερείς, όλα μια ψευδαίσθηση. Στην ζωή χωρίς σκοπό, με τιμωρό εκείνους, θεούς άσπλαχνους, θεούς οργισμένους. Τι έκανα για να το αξίζω. Γιατί την σκοτώσανε, γιατί τώρα χάθηκε εκείνος.

Ψάχνω την μορφή τους μήπως και τους δω, τους ρωτήσω. Αναμνήσεις ξετυλίγονται στον λαβύρινθο καθώς κατεβαίνω βαθύτερα στον Κάτω Κόσμο. Ποιος είναι δίπλα μου, ο ιερέας ή ο Άδης. Ναι, ζει εδώ. Η θύμηση της έντονη, η κραυγή επανέρχεται από την μέρα εκείνη που την βρήκα. Η Περσεφόνη τώρα κάνει παρέα στην γυναίκα που μου χάρισε εκείνον.

Κραυγές, ψίθυροι, που είναι ο Κέρβερος, που είναι οι νεκροί. Ρίχνω θυσίες στο ξερό άγονο χώμα προς τιμήν τους, με ελπίδα να μην μείνω εδώ. Ξέρουν πως είμαι θυμωμένος που μου την πήρανε, δεν μπορώ να κρυφτώ από τους θεούς. Μα ξέρω πως κάποια στιγμή θα επιστρέψω εδώ, δεν θα είμαι ζωντανός πια, θα τους γνωρίσω.

Κρατάω την αναπνοή μου, τη  περιμένω, την ακούω, βλέπω την αυλή σκιά της, χύνω το αίμα στο χώμα. Με αναγνωρίζει.

<<Πού είναι ο γιος μας.>> την ρωτάω. <<Είναι μαζί σου ή ακόμα ζωντανός.>>


Created by Diana Chemeris

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΑ


ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΑ

Στην χώρα μου έμαθα πως πρέπει να προστατεύομαι. Προστασία από τον ήλιο, τον άνεμο και τους άντρες. Οι βαριές ενδυμασίες καλύπτουν το δέρμα και τα μαντίλια το πρόσωπο. Είναι ατιμία να εμφανιστώ χωρίς αυτά, ασέβεια προς τις παραδόσεις. Δεν τολμώ να τα απαρνηθώ ή να παρανομήσω. Λόγω του χαριτωμένου λικνίσματος μου, τα μάτια των αντρών πέφτουν στους γοφούς μου.

Κανένας ποτέ δεν θαύμασε τις ανεξερεύνητες εκφράσεις του προσώπου μου, τα πυκνά μακριά μαύρα μαλλιά δίπλα από αυτό, και τις κρυφές καμπύλες του σώματος μου. Κανένας ποτέ δεν με γνώρισε πραγματικά.

Υποδουλωμένη σε νόμους αιώνων, η ενδυμασία κρύβει τα συναισθήματα, την δυστυχία, τον πόνο, τον θυμό. Μονάχα η σχισμή των ματιών μπορεί να μαρτυρήσει, για όσους κατανοούν. Για μένα οι μουσουλμανικές παραδόσεις του χωριού μου είναι κάτι φυσικό στην ζωή μου. Δεν γνωρίζω τις δυτικές χώρες, ούτε καν την ελευθερία τους μπορώ να φανταστώ, ένας τόπος τόσο μακρινός με τόσο διεφθαρμένο όνομα. Κρατιέμαι μακριά από τα φώτα και τους πειρασμούς που προξενεί ο εξωτερικός αυτός κόσμος, ο υπόλοιπος κόσμος.

Οι δραστηριότητες μου άγονται στις αγορές, την πρωινή βόλτα και το σπίτι των πατεράδων μου. Η καθημερινότητα μου παραμένει ίδια, η ζωή μιας νεαρής μουσουλμάνας στο χωριό. Φροντίζω την γριά μητέρα μου και συντηρώ το σπίτι με τα τρία μικρότερα μου αδέλφια, ενώ ο πατέρας κερδίζει το ψωμί στο τραπέζι μας.

Πέρασε καιρός από εκείνη την μέρα, θυμάμαι φλυαρούσα με μια παλιά φιλενάδα στην αγορά, η ώρα πέρασε χωρίς να το αντιληφθώ. Φοβούμενη τον θυμό του πατέρα μου στην πολύωρη απουσία μου, έσπευσα προς το σπίτι, ή ώρα απογευματινή.

Συνάντησα σε ένα στενό δρομάκι νεαρούς άντρες, το ενδιαφέρον στα μάτια τους πρόστυχο καθώς σφύριζαν προς το μέρος μου άπρεπες λέξεις. Φοβισμένη συνέχισα τον δρόμο μου χωρίς να τους κοιτάξω, ώσπου τα σφυρίγματα με ακολούθησαν. Καμία ανθρώπινη ύπαρξη δεν υπήρχε να με υπερασπιστεί.

Τρομαγμένη, έψαχνα διέξοδο στον κύκλο που σχημάτισαν γύρω μου. Εμπόδιο τα κοροϊδευτικά πρόσωπα τους, επικίνδυνα τα μάτια τους, στροβιλιζόμουν συγχυσμένη στις εναλλαγές άγνωστων προσώπων στην προσπάθεια μου να ξεφύγω. Τα χέρια τους πλησίαζαν προκλητικά την μακριά φούστα μου, ήμουν απροστάτευτη στον απειλητικό στεφάνι που δημιούργησαν.

Νόμιζα πως όλα τελείωσαν, η ήρεμη ψυχική ζωή, οι όμορφες στιγμές, η αγνότητα και η παρθενιά μου. Μοναδική ανάμνηση, ένας βιασμός. Ας με βοηθήσει ο Αλλάχ.

Μία οργισμένη αντρική φωνή πάγωσε την ταραγμένη μου όψη, δεν αναγνώριζα τις φωνές αν ήταν οι δικές μου οι κραυγές. Ένας από τους άντρες έπεσε ξυστά πάνω μου, τράπηκε σε φυγή. Στο βλέμμα τους συνάντησαν γροθιές, οι βιαστές χωρίς όνομα, απομακρύνθηκαν τρομαγμένοι από μια μονάχα φιγούρα που γύρισε επιτέλους να με δει. Παρέμεινε μονάχα αυτός, το πρόσωπο του κουρασμένο από την πάλη για την τιμή μου.

Ο άντρας που με έσωσε, έγινε ο άντρας μου.


Created by Diana Chemeris

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

ΜΥΣΤΙΚΟ


ΜΥΣΤΙΚΟ

Θες να μάθεις το μυστικό μου. Δεν σε ξέχασα, δεν μπόρεσα. Χάνω τα βράδια μου, αναρωτιέμαι, ήσουν πραγματικά εκεί ή απλά στην φαντασία μου, κόλπα που έπλασα μόνη μου. Με αποπλανείς, αισθάνομαι πως θες, κρυμμένος ανάμεσα σε όνειρα φτιαγμένα από λουλούδια.

Λίγος καιρός πέρασε, λίγος ο χρόνος να σε μάθω, να κατανοήσω την θολή σου εικόνα ολοκληρωμένη. Μια μέρα βρεθήκαμε τυχαία σαν δυο συνωμότες της μοίρας, καθρεφτίσαμε έναν οιωνό από κάτι ξεχασμένο, που και οι δύο οφείλαμε να ανακαλύψουμε.

Εσύ, έδωσες τον καλύτερο σου εαυτό για να μείνεις αποτυπωμένος. Με εκνεύρισες, με εξόργισες, μέχρι που γελοιοποιήθηκες, και όμως τα κατάφερες. Αυτή η κίνηση δεν φεύγει. Μένει, εκείνες τις ώρες, τις μέρας που δεν με απασχολεί τίποτε άλλο εκτός από εσένα, σαν εμμονή.

Ο εγωισμός κάλπασε, καβάλησε το άλογο της παραίσθησης των δυσάρεστων συναισθημάτων και τα ποδοπάτησε. Κρυμμένες επιθυμίες που ντρέπονται, καταπιεσμένες, χωρίς εξωτερίκευση, συναισθήματα χωρίς ανταπόκριση, κατηγορίες. Γυρίσαμε την πλάτη στα πράγματα που πραγματικά θέλουμε, στα λόγια που αποτυπώνουμε κάθε βράδυ στην φαντασία μας.

Μια ζωή που είχαμε, μια ζωή που χάσαμε, μια ζωή που θα μπορούσαμε να έχουμε και μια που θα φτιάξουμε. Ερωτήσεις, απαντήσεις. Όλα στο μυαλό, φράσεις, λέξεις, ψίθυροι, ακαταμάχητα από την γλώσσα στο κενό. Και συνέχεια σε σκέφτομαι, φαντάζομαι. Σκέψεις πονηρές, εικόνες φλογερές, φαντασιώσεις άσεμνες.

Όταν φωνάζεις την νεράιδα σου στο νυχτοκρέβατο σου, να την πάρεις αγκαλιά, να της μιλήσεις, μην ξεχνάς πως ξέρω. Δεσμεύτηκα σε αυτό που δημιουργήσαμε, υποσυνείδητα και ηθελημένα. Διάλεξα οτιδήποτε άλλο, τελικά επέλεξα εσένα. Ψευδαισθήσεις μιας νυκτός, της καθημερινής ζωής.

Σε εκείνες τις νύχτες σε φυλάκισα. Αυτό είναι το μυστικό μου. Δεν φεύγεις, μάταια, σαν να βρίσκεσαι κοντά μου. Θέλω να σε σβήσω με αναμνήσεις καινούριες, καταστάσεις ανούσιες. Μέχρι που επανέρχεσαι ξανά, πιο έντονα, και μένει η απορία. Ποιος είσαι.

Δεν ξεφεύγω από το μυαλό μου, δεν μπορώ. Θα πιστέψω, θα το ζήσω, θα τολμήσω, δεν θα ντραπώ. Θα ελευθερωθώ, θα χαθώ. Ύστερα γλυκά θα σε φιλήσω και θα σε σβήσω.


Created by Diana Chemeris

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

ΘΑΛΑΣΣΑ


ΘΑΛΑΣΣΑ

Κοιτάζω την θάλασσα και σε θυμάμαι. Στην θάλασσα σε γνώρισα, ένα καλοκαιράκι τόσο αθώο και νεανικό, που ακόμα να ξεχάσω. Σε παρόμοια κύματα καταλήξαμε, στις πρώτες μας λέξεις, στις πρώτες μας ματιές, με συντροφιά τον ήλιο. Παρόμοιες σκέψεις ανταλλάξαμε κάτω από το φως του φεγγαριού ενώ αντανακλούσε το λεπτό του στρώμα από ασήμι πάνω στα κύματα.

Στην ίδια αμμουδιά κάθε καλοκαίρι μοιραστήκαμε φιλιά, στιγμές πλημμυρισμένες από αγάπη, τα κορμιά μας παθιασμένα ακουμπισμένα πάνω στην άμμο, μπλεγμένα μέσα σε κόκκους χρυσού. Πάντα η θάλασσα σε θυμίζει. Στον βυθό της κρυφτήκαμε, όπως κρύψαμε τα πιο μυστικά γλυκόλογα ώσπου ο άνεμος τα ταξίδεψε μακριά. Οι πιο ερωτευμένες ματιές αποτυπώθηκαν στον φόντο της καυτερής φλόγας του ηλίου. Μέσα στα νερά κολυμπήσαμε, αφήσαμε πίσω μας τον ταλαιπωρημένο κόσμο, ξεχασμένο μπροστά στην γαλήνη της ουτοπίας που φτιάξαμε μαζί.

Δεν θα ξεχάσω εκείνη την θάλασσα, την τρομερή. Εκείνη την μέρα άφησες τα κύματα να σε παρασύρουν. Κολυμπούσες βαθιά, φαινόσουν τόσο κοντά στην στεριά που μπορούσα σχεδόν να σε αγγίξω, αγνάντευα το πέραν που ενώθηκε μαζί σου. Οι ακτίνες γέμισαν χαρούμενα τα χορτασμένα σώματα μας και η απαλή δροσιά ελευθέρωσε τα δεσμά του πραγματικού κόσμου.

Όταν ο ήλιος κρύφτηκε κάτω από τα βιαστικά γκρίζα σύννεφα, τίποτε δεν σταμάτησε τα κύματα από το παράπονο. Τίποτα δεν σε φόβισε.

Ξέρω πως αγαπούσες την θάλασσα, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Δεν κατάλαβα ποτέ τι σου συνέβη, πως έκανες την θάλασσα σπίτι σου τελικά.

Αναγνώριζα την φωνή σου ανάμεσα στον θορυβώδη αέρα, αναγνώριζα το όνομα μου από τα χείλια σου σε ένδειξη βοήθειας. Πάλευες να απελευθερωθείς από μανιασμένα σχήματα νερού, τέρατα που επιτέθηκαν στην μόνη μου αγάπη. Οι υγροί δαίμονες με εμπόδιζαν, ο άνεμος με τράβαγε στην στεριά, ο ουρανός άφησε τα λυσσασμένα δάκρυα να με μαστιγώσουν, η νύχτα βύθισε την θάλασσα σε οργή. Δεν σε έφτανα. Συνέχεια απομακρυνόσουν βαθύτερα κοντά σε έναν θεό ξεχασμένο.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί συνέβη αυτό, γιατί η αγαπημένη θάλασσα σε πήρε μαζί της. Σε ψάχνω στα κύματα της από τότε, μαζί με τον αέρα την φωνή σου. Περιμένω μάταια την εμφάνιση μιας γοργόνας, αναδυόμενη από τις ξεχασμένες αναμνήσεις της θάλασσας, που βυθίστηκε βαθιά.


Created by Diana Chemeris

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

ΕΦΙΑΛΤΕΣ


ΕΦΙΑΛΤΕΣ

ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΠΡΩΤΗΣ

Δεν είμαστε μόνοι. Περικυκλωμένοι από ανθρώπους άγνωστους σε γνωστές παρέες που δεν θυμάμαι. Πρόσωπα που έμειναν θολά στην βιασύνη του χρόνου. Καθόσουν δίπλα μου, φοβόσουν τα περίεργα βλέμματα που έσκιζαν την ψυχή σου. Περίμενες κάτι κακό, ήθελες να προστατευτείς. Δεν μπορούσες να μιλήσεις, μόνο έτρεμες. Έκρυβες το πρόσωπο σου από την δροσιά, την κάπνα και τα λόγια που μουρμούριζαν ακατονόμαστες μάσκες.

Δεν ήσουν πια κοντά μου, βρισκόσουν απέναντι μου, στο άλλο άκρο. Στεκόμασταν πάνω στον γκρεμό, διαφορετικούς, η απόσταση μας χώριζε, ανάμεσα μας το κενό, τίποτα δεν μας ένωνε. Αδυνατούσα να σε φτάσω, να σε πιάσω, να σε προστατέψω από τις παρέες που κάποτε γνωρίσαμε πίσω σου. Το ίδιο πλήθος πίσω μου, περίμενε το επόμενο μου βήμα, στο κενό.

ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ

Ξανά μαζί. Σε ένα μέρος που ανακαλύφθηκε στα όνειρα μας, το νησί των ονείρων μας. Μας υποδέχτηκαν οι άνθρωποι της παράξενης χώρας με τα πλούσια φρούτα, τα ψηλά δέντρα, και τα κελαηδιστά ζώα. Ένας τόπος γαλήνης και φιλοξενίας, γεμάτο φιλικά πρόσωπα. Ένα όνειρο που έγινε πραγματικό, για μένα και για σένα.

Ώσπου.

Τρέχαμε, να ξεφύγουμε. Όλα σκοτείνιασαν, ο ουρανός σαν βαρύ μολύβι, τα δέντρα και τα φρούτα σάπισαν, τα ζώα έβγαζαν κραυγές. Οι φιλικοί άνθρωποι εμφάνισαν αιχμηρά δόντια πάνω στα παραλλαγμένα πρόσωπα τους και το σκοτεινιασμένο δέρμα δεν θύμιζε ανθρώπινο. Μας κυνηγούσαν για σκοπούς που τρομάζαμε να παραδεχτούμε, ώσπου βρεθήκαμε στην βάρκα της σκοτεινής θαλάσσης.

ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΤΡΙΤΗΣ

Είμαι μόνος, δεν είσαι δίπλα μου. Ένα βαρύ κενό για το πρόσωπο που χάθηκε, το ψάχνω, δεν το αναγνωρίζω, δεν θυμάμαι. Μοναξιά και θλίψη στο μοναχικό μου κρεβάτι, ψάχνω κάποια ανάμνηση, κάποιο δείγμα πως ήσουν εκεί. Που πήγες, πήδησες από τον γκρεμό ή σε πιάσαν τελικά.

Είσαι δίπλα μου. Κουλουριάστηκα στην αγκαλιά σου και αποκοιμήθηκα. Είναι απλά εφιάλτες. Όλα θα πάνε καλά.


Created by Diana Chemeris

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

4 λεπτά - Παρουσίαση



4 λεπτά - Παρουσίαση


Οι Εκδόσεις Μολύβι και η συγγραφέας Νατάσσα Καραμανλή, παρουσιάζουν το βιβλίο <<4 λεπτά>>, την Κυριακή 10 Απριλίου 2016 στις 19.00 στο "Cafe Θέα/tro" Βασιλέως Γεωργίου 2 Α, Θεσσαλονίκη.

Το βιβλίο αποτελεί ένα συλλογικό έργο, βασισμένο στο ομώνυμο διαδικτυακό project της συγγραφέως Νατάσσας Καραμανλή.

Συμμετάσχει έργο της Diana Chemeris. 32 συγγραφείς μέσα από 32 ιστορίες, καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα <<πόση ζωή χωρά μέσα σε 4 λεπτά?>> Τέσσερα λεπτά, είναι 4 λεπτά ζωής.

Κάθε ιστορία στα <<4 λεπτά>> είναι και μια προσωπική αποτύπωση. Κάθε συγγραφέας είναι μια σχεδία ναυαγημένη στον ωκεανό του δικού του χρόνου. Και έχει μόνο τέσσερα λεπτά για να αντιδράσει. Να θυμηθεί, να κλάψει, να ερωτευτεί. Να ζήσει. Να σας αγγίξει.

Το βιβλίο παρουσιάζει ο συγγραφέας Θεόφιλος Γιαννόπουλος.
Διαβάζουν οι: Μυλόπουλος Νίκος και Δικμάνης Δημήτρης.

Θα μιλήσουν οι εκδότες Μάνος Αμπατζής και ο Ηλίας Ιορδανίδης

Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Μολύβι στις 10 Απριλίου 2016, σε διάθεση από το e-shop του εκδοτικού οίκου

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

KONZERT


KONZERT

Φα. Φα. Φα. Ντο. Λα. Μι. Λατρεύω το κομμάτι που παίζω. Του αγαπημένου Μπαχ, φέρνει αναμνήσεις από πολύ παλιά. Μια μελωδία ανάκατη με συναισθήματα, γλυκές και ταυτόχρονα θλιβερές. Δύσκολη εμπειρία όταν ήμουν παιδί, ειδικά όταν δεν καταλάβαινε κανένας τι περνάω και τι θέλω να πω.

Σολ. Φα. Μι. Ρε. Ακόμα πιο δύσκολο να βρω την άκρη όταν έγινα ενήλικας, ακόμα πιο δύσκολο να με καταλάβουν οι μεγάλοι. Η ψυχή έμεινε παιδική, ανάμεσα στις συνθέσεις του Μπαχ και λοιπόν μουσικών. Η ψυχή μου αγκάλιασε την διπολικότητα του μυαλού μου και ανασυνθέτει συγχορδίες μαζί με τα μεγάλα ταλέντα, δημιουργώ μουσικές, ακούω τις δικές μου νότες. Τόσες υφέσεις και διέσεις. Κλειδιά του Σολ, του Φα και του Ντο.

Έχω σύντροφο που με αγαπάει. Με στηρίζει, είναι διαφορετικός από μένα, κανονικός, γνωρίζει για μένα και πήρε την ευθύνη. Είναι άντρας με ανάγκες σαν τους άλλους. Με αγαπάει, το βλέπω, γεμάτος υπομονή κάθετε και ακούει τον Μπαχ που παίζω.

Οι συνηθισμένες του δραστηριότητες δεν περιλαμβάνουν κάποια συναυλία ή κάποιο μάθημα πιάνου. Αντιθέτως, περιλαμβάνει μουσική από καφενεία και μάθημα τάβλι. Ο συνηθισμένος άντρας που με στηρίζει λέει πως με αγαπάει, αγαπάει και τις περαστικές γυναίκες στα καφενεία, ενώ πάντα επιστρέφει σε μένα.

Φα. Σολ. Λα. Σι. Λα. Σολ. Mezzo Forte, μετρίως δυνατά. Έτσι τον αγαπώ εγώ. Όσο πάει και δυναμώνει, δυναμώνει. Δυναμώνουν τα νεύρα, οι φωνές και οι νότες. Δεν αντέχω άλλο διέσεις και υφέσεις, ανεβοκατεβάσματα της μουσικής, όπως και της ερωτικής ζωής μου. Δεν αντέχω να ξέρω πως γυρνάει με άλλες, δεν αντέχω να γεμίζει φιλιά τις συνηθισμένες γυναίκες.

Δεν ξέρει από τρέλα, από παράνοια. Γυρνάει και αλλάζει το μυαλό απρόβλεπτα. Τον περίμενα ώρα με τον Μπαχ να παίζει μέσα στο κεφάλι μου, σαν εμμονή. Το διαπασών ανάμεσα στα δάχτυλα μου, λεπτό και μυτερό μεταλλικό, το πιάνο κουρδισμένο. Έφτασε και τα ψέματα συνέθεταν αγέρωχα μέσα στο στόμα του. Φα. Ρε. Ντο. Ρε.

Του επιτέθηκα. Τον μισούσα, του φώναζα. Οι νότες δυνατότερες μέσα στο κεφάλι μου, ανακατεμένα με τα ψέματα και τις κραυγές. Το διαπασών απειλητικό μέσα στο χέρι μου μπροστά στα μάτια του, με εκλιπαρούσε να μην το κάνω. Δεν θα κοιτάει άλλες γυναίκες εκτός από μένα. Ο Μπετόβεν ήταν κουφός.

Ντο. Σι. Λα. Σι. Ντο. Παίζω το αγαπημένο μου κομμάτι του Μπαχ. Αυτός ακούει από τον καναπέ. Οι νότες καλύπτουν τις θλιβερές υποκρούσεις τις φωνής του. Κάθεται φοβισμένα ήσυχος και ακούει, αυτήν την ικανότητα του άφησα. Είναι αργά πια για μετάνοιες. Δεν βλέπει, τα μάτια του τα έβγαλε το διαπασών, άφησε δυο κόκκινα κενά στην θέση τους. Ντο. Σι. Λα. Σι. Ντο.


Created by Diana Chemeris

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Ο ΔΟΥΚΑΣ


Ο ΔΟΥΚΑΣ

Διψάω, μου παρέχουν νερό, δροσερό όσο και αυτές. Πεινάω, με περιμένει ένα πλουσιοπάροχο γεύμα, φτιαγμένο από αυτές. Ότι καπρίτσια και θελήματα έχω, οι διαταγές μου εκπληρώνονται, χάρη σε αυτές.

Κουβαλάω τον τίτλο του Δούκα, δεν είμαι κανένας τυχαίος. Έχω προσφέρει υπηρεσίες στο κράτος και προσωπικές χάρες. Τα χρήματα μου μοιράζονται σε κτήματα και κτίρια, από τα οποία αποκτάω ένα γερό εισόδημα.

Έτσι έφτιαξα την αυτοκρατορία μου, την περιουσία μου. Με καλές συμφωνίες, σκληρή δουλειά και γερή κληρονομιά. Είμαι ένα επίτιμο και γνωστό μέλος της κοινωνίας, απαιτώ σεβασμό, γρηγοράδα και υπακοή.

Οι διαταγές μου μπορούν να είναι πολλές, ένα απλό μπάνιο ή ανακαίνιση του κάστρου για τον επόμενο χορό προς τιμήν της αριστοκρατίας της τάξης μου. Τίποτα δεν λείπει από την ζωή μου. Τα γούστα μου είναι εκκεντρικά και εκλεκτικά, όπως και τα πιο βαθιά μου πάθη.

Κάθε καλοκαίρι προσλαμβάνω μια καινούρια υπηρέτρια. Η ομορφιά της πρέπει να είναι αγνή και η υπακοή της πιστή. Δεν ανέχομαι να μην κάνουν σωστά την δουλειά τους, ειδικά αυτά τα κοριτσάκια που το μόνο που κατέχουν στην ζωή τους είναι μισθός και στέγη που παρέχω για τις υπηρεσίες τους.

Το κάστρο μου έχει πολλά δωμάτια, άνετα και όμορφα, εκεί τις στεγάζω. Άμα είναι υπάκουες, παίρνουν ανταμοιβή, στις καλύτερες χαρίζω διαμάντια. Όχι, δεν μου φτάνει μόνο μια, θέλω να έχω επιλογές, όπως οι καθημερινές μου δραστηριότητες είναι προσεχτικά διαλεγμένες και διαφορετικές.

Όταν πεινάσω, με ταΐζουν. Όταν διψάσω, με ξεδιψάνε. Όταν έχω άλλες ορέξεις, σκοτεινές, τις εκπληρώνουν.

Είναι κοινό μυστικό πια μέσα στον προσωπικό μου κύκλο η συλλογή των φτωχών γυναικών και οι παραξενιές μου. Όταν φτάνει η πανσέληνος, τις φωνάζω κοντά μου, τις στήνω στη σειρά και επιλέγω τις πιο ποθητές εκείνες τις μέρες. Αργότερα θα με συναντήσουν στις πιο βαθιές κάμερες του κάστρου, στο υπόγειο κοντά στο παλιό μπουντρούμι. Εκεί που οι φωνές πνίγονται και οι σκοτεινές φαντασιώσεις μου μένουν μυστικές.

Στην γέμιση του φεγγαριού όλα επιτρέπονται, μια ερωτική βραδιά που δαμάζονται οι πιο ατίθασες και νεανικές ενέργειες. Κεριά, μαχαίρια, αλυσίδες, βέργες. Όλα επιτρέπονται στο κρυφό δωμάτιο. Κάποιες φορές είμαι σκληρός, τις δένω, τις μαστιγώνω, τις ξυλίζω, ξέρω πως τους αρέσει. Μόνο απόλαυση ακούγετε από το στόμα τους εκείνες τις μαγικές βραδιές, είναι και εκείνες διεστραμμένες πάνω στον σαδισμό μου. Μέχρι να φύγει η νύχτα απομένω ευχαριστημένος από την φωτεινή ακτίνα της ηδονής που διαλύθηκε μέσα μου.

Απόψε ποια να διαλέξω?


Created by Diana Chemeris

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ


ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ

Μετανιώνω. Έπρεπε να κρατήσω την ψυχραιμία μου, άλλα όταν πίνω κάποια ποτηράκια παραπάνω, είναι αδύνατον, παραφέρομαι. Λένε πως βγαίνει ο αληθινός εαυτός όταν μεθάς, αν είναι έτσι, τότε πρέπει να τρομάζω με τον δικό μου εαυτό.

Δεν έχω παραφερθεί ξανά τόσο πολύ, απλά έτυχε. Τώρα που το σκέφτομαι αντέδρασα υπερβολικά, ίσως με έφερε και στα όρια μου, κάποιοι άντρες το κάνουν αυτό. Από την νηφάλια οπτική γωνία είναι αστείος ο λόγος που τσακωθήκαμε. Αν δεν πίναμε, τίποτα από αυτά δεν θα είχε συμβεί.

Εγώ φταίω, εγώ τον έφερα στην κατάσταση που βρίσκεται από μια ανοησία, είμαι παρόμοια με έναν εγκληματία. Δεν άντεξα τις φωνές, ενώ έπρεπε να κάνω λίγη υπομονή, να κρατηθώ, να σκεφτώ τις επιπτώσεις, να δείξω κατανόηση ή να παραμείνω μονάχα στις φωνές. Σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει λένε. Εγώ γάβγισα, και δάγκωσα.

Ήταν σκληρός μαζί μου, έλεγε λόγια που δεν άντεχα να ακούω. Έλεγα λόγια που δεν ήθελα να πω. Τσακωνόμασταν χαμηλόφωνα σε εκείνο το τραπέζι για δύο, μέσα στο κοσμικό ρεστοράν. Δεν θέλαμε να τραβήξουμε την προσοχή όμως οι λέξεις άρχισαν να γίνονται έντονα δυνατές, όπως οι χειρονομίες.

Γιατί τσακωνόμασταν, δεν θυμάμαι. Σχολίασε για κάποιον παλιό αγαπημένο που συνάντησα τυχαία, έτυχε να με πάρει τηλέφωνο μετά από αυτό. Ανταπέδωσα κακότροπα για την κοπέλα που συνεχίζει να κάνει παρέα, ενώ είχαν σχέση παλιότερα. Το ένα έφερε το άλλο. Μετά μπερδεύτηκε το θέμα, παράπονα, απειλές τερματισμού σχέσεις, και κατηγορίες.

Δεν είμαι γυναίκα που ανέχομαι να μου μιλάνε έτσι, εκείνη την στιγμή μου φάνηκε καλή ιδέα να του δώσω ένα μάθημα, να τον τιμωρήσω, να δείξω ποια έχει το πάνω χέρι. Με απειλητικό χαμόγελο έπιασα το ποτήρι, δεν άκουγα πια τις λέξεις από το στόμα που κουνιόταν επιδεικτικά, τα αυτιά μου βούιζαν κάτω από τις ήρεμες συνομιλίες των διπλανών.

Δεν τον απείλησα, όχι, ούτε προειδοποίησα. Η κίνηση έγινε απότομα μηχανική, με ψυχρότητα. Έβαλα στόχο το κρανίο του. Δεν περίμενα να πεταχτεί με τόσο μίσος και να πετύχει το βέλος που έριξα. Έγινε θρύψαλα μόλις τον ακούμπησε. Αίματα έτρεχαν από την κορυφή της κεφαλής του, τα αποπροσανατολισμένα και πανικοβλημένα του μάτια έψαχναν να βρουν την αιτία και το νόημα αυτού που έκανα. Κατατρομαγμένος από το κόκκινο χρώμα που έλουσε το κοστούμι και τα χέρια του, λιποθύμησε.

Αντέδρασα υπερβολικά, έπρεπε να σκεφτώ παραπάνω την κίνηση αυτή, τρομάζω με τον εαυτό μου. Ντρέπομαι να τον αντικρίσω στο νοσοκομείο, παραλίγο να σκοτώσω τον άντρα που αγαπώ.


Created by Diana Chemeris

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

ΝΙΩΘΕΙΣ


ΝΙΩΘΕΙΣ

Νιώθεις? Τον έρωτα που δεν έφυγε. Τα φιλιά, τα χάδια, τα γλυκόλογα που έμειναν, και ας μην είμαστε μαζί. Νιώθεις? Την σπίθα που δεν έσβησε, δεν μπορεί να σβήσει, μια φλόγα που αντιστέκεται στον άνεμο. Νιώθεις? Πως ακόμα νιώθω όπως νιώθεις και εσύ, πως κάθε βράδυ ακόμα κοιμάμαι μαζί σου.

Θυμάσαι? Τότε που είμασταν ερωτευμένοι. Κανένας δεν μας σταμάταγε, κανένας δεν έμπαινε στην μέση, κανένας δεν υπήρχε. Μόνο εσύ και εγώ. Θυμάσαι? Ματιές, υποσχέσεις, πράξεις που δεν ξεχάστηκαν, θαμμένες στην καρδιά σε ένα μυστικό σεντούκι, σαν θησαυρός. Θυμάσαι? Ούτε εσύ τα έχεις ξεχάσει, κάθε φορά που θυμάσαι χαμογελάς.

Νιώθεις, την σκέψη σου να καλπάζει προς τα εμένα, με φωνάζει να στραφώ. Την αποδιώχνεις γιατί φοβάσαι να αισθανθείς, μην την διώχνεις σου λέω, σε φωνάζω. Νιώθεις, τη καρδιά σου που περνάει χίλια συναισθήματα όταν η εικόνα μου εμφανίζεται στο μυαλό, και κάπου εκεί είναι κρυμμένο ένα γλυκό χαμόγελο, ένα ξεχασμένο σ ’αγαπώ.

Θυμάσαι, τότε που ερωτεύτηκες εσύ εμένα και εγώ εσένα. Αγκαλιά στην παραλία, με ένα μπουκάλι κρασί, τα άστρα μας έκαναν συντροφιά τις στιγμές που γράφαμε στο συμπαντικό ημερολόγιο, μαζί για πάντα λέγαμε. Θυμάσαι, αυτά τα ίδια άστρα κοιτάς και τώρα και απορείς που πήγαν όλα.

Θυμάσαι. Νιώθεις. Δεν έφυγαν, δεν θα φύγουν ποτέ. Θα παραμείνουν κρυμμένα στις αναμνήσεις, μην τα αποδιώχνεις. Ένα χαμόγελο μας ένωσε, μία ντροπαλή λεξούλα, βρεθήκαμε ανάμεσα σε τόσο κόσμο, μοιραστήκαμε στιγμές, ενώσαμε ζωές. Και όμως, εσύ και εγώ βρεθήκαμε τυχαία, αγαπήσαμε. Και θα σου πω ένα μυστικό, αυτά δεν διαγράφονται.

Όσο και να προσπαθώ να τα σβήσω κάποιες φορές, άλλες τόσες θέλω να τα κρατήσω. Τα φυλάω σαν ένα δώρο, γιατί αυτά τα πράγματα μας έκαναν να ζήσουμε, να ερωτευτούμε. Χωρίς εμένα και εσένα δεν θα τα ανακαλύπταμε ποτέ. Χωρίς έμενα και εσένα η καρδιά θα κοιμόταν ακόμα, παγωμένη γεμάτη άγνοια.

Και ας χωρίσαμε δεν πειράζει, παραμένουν όλα δίπλα μας, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε μέρα η θύμηση αυτού που είχαμε. Και ας ζούμε με άλλους δεν πειράζει, θα ανακαλύψουμε άλλα τόσα μαζί τους, μία αγάπη αληθινή που βρίσκεται ανάμεσα σε τόσους εραστές. Δεν αποτύχαμε, αντιθέτως θριαμβεύσαμε.

Νιώθεις? Θυμάσαι που στα έλεγα, ένα κοινό μυστικό είναι όλα και εμείς το ανακαλύψαμε μαζί. Μην ξεχνάς τις αγάπες σου γιατί φεύγουν. Μένει μόνο το αίσθημα, αυτό που προσπαθείς μάταια να σβήσεις, μην το κάνεις. Ζήσε το, αγάπησε το, η στιγμή δεν πέρασε, είναι πάντα εκεί. Και αύριο που θα συναντηθούμε κάτω από τα ίδια αστέρια, θα ανταλλάξουμε ένα ευχαριστώ στα χείλη, επειδή τα καταφέραμε. Θυμάσαι? Νιώθεις? Αγαπάς?


Created by Diana Chemeris

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Η ΓΡΑΒΑΤΑ


Η ΓΡΑΒΑΤΑ

Με πνίγει αυτή η γραβάτα, όπως με πνίγει αυτή η γυναίκα. Με σφίγγει γερά στον λαιμό, έχει κάτσει κόμπο. Κάνω υπομονή, την φτιάχνω, αυτή σφίγγει ξανά, λες και το κάνει επίτηδες. Κάθε φορά θέλω να την ξελύσω, δεν το κάνω, μου αρέσει πολύ η συγκεκριμένη γραβάτα, όπως η συγκεκριμένη γυναίκα.

Κάθεται στον καναπέ, φλυαρεί. Λέξεις που δεν καταλαβαίνω, δεν βγάζω νόημα. Φλυαρεί για την σχέση μας, με κατηγορεί χωρίς λόγο. Γιατί.

Τι παράπονο έχει πάλι. Εγώ την προσέχω. Της παρέχω τα ταξίδια της, τα δώρα της, την ασφάλεια της, κρατάω μια σχέση που την καλύπτει. Γυναίκα με απαιτήσεις, κανονικά δεν πρέπει να παραπονιέται, δεν της λείπει τίποτα. Μόνο γκρίνια, με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένη. Παντού βρίσκει λόγο να τσακώνεται, να μουρμουρίζει. Μαλάκα και μουνόπανο ακούω από το στόμα της.

Νεύρα. Είμαι και εγώ ένας άντρας με απαιτήσεις, δεν είναι τυχαίο που μπορώ να της τα παρέχω όλα. Δουλεύω, σκίζομαι στην δουλειά και αυτή κάνει τα ψώνια της. Είμαι σε συναντήσεις και αυτή πάει βόλτα με τις φιλενάδες της. Υπογράφω συμβόλαια και αυτή επισκέπτεται το κομμωτήριο. Ποτέ δεν παραπονέθηκα για τον τρόπο ζωής που κάνει, γιατί βρίσκει πρόφαση να παραπονιέται αυτή.

Μουρμουρίζει, κάτι για μια φίλη της που πιστεύει πως γλυκοκοιτάζω. Μουρμουρίζει, που δεν της έχω πάρει την τσάντα που θέλει. Γκρινιάζει πως δεν την αγαπάω όπως πρώτα. Τα λέει με ψυχρό ύφος και το διασκεδάζει, θέλει να με φτάσει στα όρια μου.

Με σφίγγει αυτή η γραβάτα, όπως μου σφίγγει την ζωή αυτή η γυναίκα. Δεν την αντέχω άλλο, θέλω να απαλλαχτώ από αυτήν. Την ξεσφίγγω, λύνεται ο κόμπος, κρέμεται ανάλαφρα στους ώμους μου, νιώθω ελεύθερος.

Συνεχίζει να μουρμουρίζει, την κοιτάζω με φρίκη, δεν σταματάει. Πως άλλαξε αυτή η γυναίκα. Δεν είναι η γυναίκα που ερωτεύτηκα, πήρε την θέση της μια άλλη, μια άγνωστη τυχοδιώκτρια. Τόση γκρίνια, τόση κατηγορία δεν έχω αντιμετωπίσει πουθενά. Δεν με αγαπάει, οι αποδείξεις βρίσκονται στα σκληρά της λόγια, αγαπάω έναν προικοθήρα. Δεν αντέχω να την ακούω άλλο, πρέπει να απελευθερωθώ και από αυτήν.

Την πλησιάζω από πίσω. Δεν ακούω αυτά που λέει, λέξεις χωρίς νόημα από μια ψυχρή φωνή που δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για μένα, πάρα θέλει να με εκνευρίσει με κάθε τρόπο και να πετύχει τον σκοπό της. Αναθεματισμένη γυναίκα.

Παίρνω στα χέρια την γραβάτα μου. Σφιχτά την τεντώνω σαν γερό σκοινί. Την τραβάω προς τα πίσω με δύναμη, τα μάτια της έκπληκτα γουρλωμένα κοιτάνε προς τα πάνω, προς τα δικά μου μάτια. Αντιστέκεται, τινάζεται, φοβάται, οι φλέβες στον λαιμό της πετάγονται. Προσπαθεί να απελευθερωθεί από την γραβάτα, δεν την αφήνω, σφίγγω εντονότερα. Ο λαιμός της εγκλωβισμένος μέσα στην γραβάτα μου, όπως ήταν ο δικός μου προ ολίγου, ένας κόμπος στον λαιμό. Μόνο που δεν είναι το ίδιο, την πνίγω.

Θέλει κάτι να πει, μα δεν μπορεί, δεν την ακούω πια, πάρα μόνο κάτι αγκομαχητά. Και μετά σιωπή.


Created by Diana Chemeris

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΜΟΥ


Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΜΟΥ

Αγαπάω τον βασιλιά μου, τον αυτοκράτορα μου, τον άντρα μου. Σέβεται την χώρα του, τους χωρικούς και τους υπηκόους του, κυβερνάει με σθένος και ικανότητα. Σε θέματα πολέμου υπερισχύει σε στρατηγική από τους στρατηγούς, και σε καιρό ειρήνης επικρατεί ευημερία στην χώρα.

Ο βασιλιάς μου, το άστρο μου, το φως μου, τα μάτια μου, ο κόσμος όλος. Είμαι περήφανη που έγινα βασίλισσα του, κάθομαι στο πλευρό του δίπλα στον θρόνο του. Ανάμεσα στις υπόλοιπες πριγκίπισσες της χώρας διάλεξε την δική μου ομορφιά να στολίζει την αυτοκρατορία του, την δική μου υπακοή. Είμαι υπερήφανη για τον βασιλιά μου.

Είναι τρυφερός μαζί μου, συγκρατημένος, διακριτικός στους τρόπους του, όπως μόνο σε έναν βασιλιά αρμόζει. Είναι άντρας θαρραλέος και δίκαιος, άξιος ανδρείας, σεβαστός από όλους. Ο λαός τον αγαπάει, όπως και οι υπηρέτριες του.

Είμαι ευτυχισμένη στο κάστρο μου. Ικανοποιημένη από τις περιποιήσεις, την θέση που κατέχω στην εξουσία. Κάθε επιθυμία μου είναι διαταγή. Δεν μπορώ να ζητήσω άλλη τύχη, δεν τολμώ να ζητήσω τίποτε άλλο από τον Θεό, είμαι ευλογημένη.

Μέσα στο κάστρο, ανάμεσα στα πλούτη, περπατάω στους μεγαλοπρεπής διαδρόμους. Μια συνήθεια της πληκτικής ζωής μου όταν δεν χρειάζομαι στο πλευρό του αυτοκράτορα μου. Δεν του έχω δώσει απογόνους ακόμα, σπάνια έρχεται στην κάμαρα μου. Βλέπω την εκτίμηση και την αγαθή αγάπη στα μάτια του, και αυτό μου φτάνει. Τον αγαπώ.

Μια μέρα άκουσα γέλια σε μία από τις κάμαρες, το γέλιο ήταν δικό του. Κοντοστάθηκα κοντά στο πέτρινο παράθυρο, την γνώριζα αυτή την γυναικεία φωνή. Περίμενα, μέχρι που οι συνομιλίες και τα γελάκια σταμάτησαν. Βγήκε ακτινοβολώντας με χαρά μια υπηρέτρια του κάστρου, με έχει περιποιηθεί μερικές φορές.

Ανέφερε πως σέρβιρε το γεύμα του βασιλιά, του κρατούσε λιγοστή συντροφιά στην μοναδική ώρα της ημέρας που ξεκουράζεται από τα καίρια ζητήματα της χώρας. Μια σπίθα ζήλιας σιγοτρέμισε μέσα μου, προτιμάει την συντροφιά μιας υπηρέτριας παρά την δική μου. Το χαριτωμένο χαμόγελο και οι ευχάριστοι εύθυμοι τρόποι της, έσβησαν την σπίθα. Δεν τον ενόχλησα.

Λίγο καιρό μετά η υπηρέτρια παντρεύτηκε με τις ευλογίες του βασιλιά, και γέννησε. Η υπόθεση ξεχάστηκε στο μυαλό μου, μέχρι που ξαναπέρασα από την συγκεκριμένη κάμαρα. Έμεινα για αρκετή ώρα κοντά στο παράθυρο, άκουγα έντρομη με φρίκη την φωνή του βασιλιά μαζί με την γυναικεία φωνή γεμάτη ηδονή.  Έφυγα τρέχοντας στους διαδρόμους του βασιλείου.

Λίγη ώρα αργότερα με επισκέφτηκε η μεγαλειότητα του, τον υποδέχτηκα με περιφρονητικό χαμόγελο. Φίλησε το χέρι μου χωρίς να παρατηρήσει την διάθεση μου. Ήταν ευδιάθετος, τα μάτια του άστραφταν από ευτυχία, αναψοκοκκινισμένος. Μύριζα πάνω του την γυναικεία μυρωδιά, η οποία δεν ήταν δική μου. Η φλόγα της ζήλιας άναψε, το μυαλό μου θόλωσε. Είναι τρέλα, πως τόλμησε. Ο βασιλιάς μου με πρόδωσε, μαζί με εμένα θα προδώσει και την χώρα μου. Δεν θα το επέτρεπα, την αγαπούσα.

Έδιωξα κακήν κακώς τους υπηρέτες από την κάμαρα μου, προφασίστηκα πως έχω κάποιο σοβαρό ζήτημα να συζητήσω, τον έπεισα να κάτσει μαζί μου για τσάι. Δεν ανέφερα το περιστατικό, άλλα τους μελλοντικούς απογόνους που θα αποκτήσουμε καθώς τον έβλεπα να πίνει το πικρό τσάι που του πρόσφερα.

Αμφιβολία πέρασε από τα μάτια του, διαδέχτηκε ο φόβος κάτω από το σκληρό απαθές βλέμμα μου. Το φλιτζάνι από τα χέρια του χύθηκε, μαζί με το αρσενικό που γλίστρησε μέσα από τα αδέξια μου χέρια προ ολίγου. Αγωνιούσε πεσμένος στο πάτωμα. Σπαρταρούσε, πονούσε, ικέτευε, προσευχόταν, με απειλούσε καθώς αποτελείωνα το τσάι μου. Ξέρω πως μέχρι να φτάσουν οι φρουροί αυτός θα είναι νεκρός και εγώ θα εκτελεστώ.


Created by Diana Chemeris

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Κάνω χρόνια αυτή την δουλειά, είναι εύκολη και μου αρέσει το σεξ. Παίρνω πολλά χρήματα, είμαι καλή σε αυτό που κάνω. Έχω πολλούς πελάτες, τους αρέσει η παρέα μου, το σώμα μου, το ερωτικό μου βλέμμα και οι ικανότητες μου. Χωρίζονται σε καλούς και κακούς.

Οι καλοί με γεμίζουν δώρα, είναι σταθεροί. Με επιλέγουν στην μοναξιά τους, προσφέρω αυτό που τους λείπει, λίγες στιγμές τρυφερότητας και περαστικής αγάπης, παράλληλα περνάω και εγώ ευχάριστα μαζί τους. Άλλους τους ενδιαφέρει μόνο η επαφή, το σαρκικό πάθος που χαρίζω, και σαν τους κλέφτες μέσα στην νύχτα φεύγουν μόλις κλέψουν αυτό που έψαχναν.

Δεν τους ποθώ, δεν τους αγαπάω. Τα αισθήματα έχουν χαθεί. Είναι απλή συναλλαγή μεταξύ άντρα και γυναίκας, αναζητώ τις επιθυμίες τους, ανακαλύπτω τα βίτσια τους και τα εκπληρώνω, δίνω ευχαρίστηση. Μέχρι τον επόμενο.

Υπάρχουν πάντα διαφορετικές ιστορίες, πάντα διαφορετικοί άνθρωποι. Τόσες νύχτες, τόσα πάθη, τόσος πόνος κρύβετε μέσα στα βρόμικα κρεβάτια. Εγώ τα απορροφώ και τα ξεπλένω, για λίγο. Μέχρι το επόμενο ραντεβού.

Απόψε έχω ραντεβού. Ο άντρας που ζήτησε να με δει, θέλει την εμπειρία της κοπέλας, όλη την νύχτα. Περιμένω φιλιά, χάδια και τρυφερά λόγια. Ίσως κόκκινα τριαντάφυλλα, με λίγη σαμπάνια και πολύ καλό σεξ.

Φτάνω στον απομονωμένο πύργο του, στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου, μια σουίτα. Ανοίγει την πόρτα, δεν τον γνωρίζω. Ερωτικός, ελκυστικός κύριος, με κοιτάει λάγνα, με ποθεί. Με θέλει στα κόκκινα σεντόνια, γυμνή πριν χτυπήσει δώδεκα.

Με φιλάει διακριτικά στον λαιμό, συνεχίζει με πίεση. Απαιτεί να βγάλω τα ρούχα μου, με κοιτάει με πάθος και οργή. Με λέει πόρνη, πως μου αξίζει να είμαι μία. Με φιλάει, με δαγκώνει. Μπαίνει μέσα μου.

Περίεργους ανθρώπους συναντώ, με καταπιεσμένα αισθήματα. Πληρώνουν μια πουτάνα μίας βραδιάς και τα βγάζουν.

Με πηδάει, δυνατά, γρήγορα. σκληρά. Τα χέρια του με έχουν εγκλωβίσει, τα μάτια του σταθερά πάνω μου, θυμωμένα.

<<Της μοιάζεις.>> αποκρίνεται ψυχρά.

Το πρώτο χτύπημα. Μέχρι να ξεπεράσω την έκπληξη ήρθε το δεύτερο. Τρίτο, τέταρτο χτύπημα. Συνεχίζει, ουρλιάζω, μου κλείνει το στόμα. Προσπαθώ να ξεφύγω, φοβάμαι. Σταμάτησε, με άφησε, κλαίει.

Πονάω. Τον απεχθάνομαι, τον μισώ. Δεν έπρεπε να γίνει αυτό, δεν έπρεπε να εξελιχθεί έτσι η βραδιά. Δεν είμαι μια πόρνη που δέχεται χτυπήματα, έχω περάσει πολλά. Γνωρίζω αποκρουστικούς ανθρώπους, γίνομαι θύμα τους, πληρώνουν τα αισθήματα που έχω σκοτώσει. Δέχομαι σκληρά λόγια, ανούσιο σεξ, ταπείνωση. Όχι άλλα χτυπήματα.

Το αρπάζω από το κομοδίνο. Αστράφτει μέσα στην σφιχτή παλάμη μου. Δεν ανέχομαι να τον βλέπω να κλαίει, εγώ πρέπει να κλαίω. Με κοιτάει μετανιωμένος. Ανεβαίνω πάνω του.

Το πρώτο χτύπημα. Μέχρι να ξεπεράσει την έκπληξη ήρθε το δεύτερο. Τρίτο, τέταρτο χτύπημα. Συνεχίζω, ουρλιάζω, κλαίω. Ο κοφτερός ασημένιος χαρτοκόπτης πέφτει από τα τρεμάμενα μου χέρια και τα κόκκινα μεταξωτά σεντόνια γεμίζουν με αίμα.


Created by Diana Chemeris

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

ΧΑΜΕΝΟΣ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ


ΧΑΜΕΝΟΣ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ

Αυτό το γράμμα αφιερωμένο σε εκείνον που έφυγε. Η πνοή του χάθηκε στην άβυσσο, στο άγνωστο, άλλα καθόλου μακριά. Εκείνος, που έγινε ένα με τα άστρα, τον ψάχνω ανάμεσα τους. Ένα γράμμα σε εκείνον που άφησε τόσες αναμνήσεις,  δεν παρέμεινε τίποτε άλλο πάρα μια ανάμνηση.

Εκείνος με έμαθε να αγαπώ, να νοιάζομαι, να νιώθω. Νοιάστηκα για αυτόν, τον αγάπησα. Έφυγε μέσα στην νύχτα σαν το κλέφτη, τον έκλεψαν. Εκείνος που με το χαμόγελο του φώτιζε το πρόσωπο μου. Το χαμόγελο χάθηκε.

Έχουν περάσει χρόνια. Τόσα που δεν κατάλαβα πως πέρασαν. Εγώ μεγάλωσα,  εκείνος μένει στάσιμος σε εκείνη την μοιραία μέρα που τον πήρε μακριά. Έφυγε από το σώμα του, χάθηκε μέσα στον κενό αέρα. Τα μάτια του έσβησαν, αυτά που αγάπησα. Έχουν περάσει χρόνια και όμως, είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Μαζί με αυτόν χάθηκα και εγώ, πως πεθάναμε έτσι.

Τον βλέπω, τον ακούω. Δεν έχει φύγει εντελώς, όχι. Παραμένει δίπλα μου, η οσμή του, η φωνή του, η παρουσία του. Είναι εδώ, μια καθημερινή ανάμνηση, ζει. Τόσα πράγματα θυμάμαι, τόσα πράγματα έμειναν μαζί μου. Τόσα πράγματα ήθελα να γίνουν, μα δεν μπορούνε πια.

Έρχεται τα βράδια, με επισκέπτεται. Εκείνα τα όνειρα φαίνονται αληθινά, τον έχω μπροστά μου. Ξεχνώ τον θάνατο του, πιστεύω πως δεν πέθανε ποτέ. Εκείνα τα βράδια τον περιμένω, σαν να μην άλλαξε τίποτα. Συνεχίζουμε εκεί που αφήσαμε την ζωή μας μαζί, εκείνα τα όνειρα που αναπληρώνουν ότι χάθηκε.

Ζούμε μαζί, χορεύουμε, τραγουδάμε, γελάμε. Λέξεις, έρωτες, παιχνίδια. Σαν να μην έφυγε ποτέ, νιώθω την σάρκα του, τα μάτια του, τα φιλιά του. Η αγάπη του δεν χάθηκε ακόμα, είναι μαζί μου. Ένα σ ’αγαπώ για καληνύχτα. Μέχρι το καλημέρα που ξυπνώ.

Δεν με αφήνει, έρχεται σε ανυποψίαστες στιγμές. Δεν με αφήνει, υποσχέσεις, γλυκόλογα, χάδια, αγκαλιές. Δεν με αφήνει, μου θυμίζει πως υπάρχει, είναι ακόμα εδώ. Μέσα στην καρδιά μου, το μυαλό μου, τον κρατώ. Δεν τον αφήνω.

Ο Βαλεντίνος μου. Γιορτάσαμε μαζί τους προηγούμενους που έχασε, φέτος ξανά θα βρεθούμε, τον περιμένω. Συνάντηση στα όνειρα που θέλω τόσο πολύ να πραγματοποιήσω, ξέρω είναι αδύνατο. Αντικαθιστώ την πραγματικότητα που χάθηκε με την απώλεια του.
Μέχρι το βράδυ λοιπόν.


Created by Diana Chemeris

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

ΟΠΛΟΦΟΡΩ


ΟΠΛΟΦΟΡΩ

Κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη, δεν μου αρέσει αυτό που βλέπω. Γέρασα και η ζωή πέρασε χωρίς να το καταλάβω. Γνώρισα ανθρώπους, όλοι τους περαστικοί, γυναίκες και φίλοι. Δεν άφησαν τίποτα πάρα μόνο θλιβερές αναμνήσεις και λιγοστές χαρούμενες. Έρωτες που δεν εκπληρώθηκαν και φίλοι που με πούλησαν.

Κοιτάζω το όπλο στα χέρια μου. Δεν το έχω χρησιμοποιήσει ποτέ, το κρατάω για προστασία, επικίνδυνες εποχές ζούμε. Οι άνθρωποι που συναντώ κοιτάζουν άπληστα, με κακία, μίσος, σαν να εύχονται το κακό μου. Κάποιες φορές πιάνω τον εαυτό μου να θέλω να χρησιμοποιήσω το όπλο πάνω τους, εκεί όμως θα διαπράξω έγκλημα, αμαρτία, και θα πληρώσω.

Δεν μου μένει τίποτα άλλο παρά να ανέχομαι. Ανέχομαι ανθρώπους που δείχνουν τα δόντια τους σε ένα ψεύτικο χαμόγελο και μόλις βρούνε ευκαιρία δαγκώνουν. Τους ανέχομαι, φθείρομαι ψυχολογικά, δεν τους αντέχω.

Κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη. Πώς έγινα έτσι. Κάποτε ήμουν νέος, ζωηρός, γεμάτος ελπίδες και επιθυμία. Χαρά, προσδοκία, χαιρόμουν και αγαπούσα τους ανθρώπους μου. Τώρα μόνο απέχθεια έχει ριζώσει βαθιά μέσα μου, η καρδιά μου κρύωσε. Πως έχει γίνει έτσι η ζωή μου. Κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη, στοχεύω. Μπαμ.

Γίνεται θρύψαλα. Κοιτάζω το όπλο, κάνει θόρυβο. Όπως έκαναν τόσοι άνθρωποι στην ζωή μου, ψεύτικες υποσχέσεις και ψεύτικες αγκαλιές. Έφυγαν σαν το βράδυ, τον κρύο αέρα που με την αυγή φεύγει μαζί με τις άσχημες βασανιστικές σκέψεις. Και πάλι από την αρχή, μέρα με την μέρα πολεμάω, ψάχνω. Ψάχνω τους ανθρώπους που τόσο είχα αγαπήσει, που δεν υπάρχουν πια, με το πέρασμα του χρόνου άλλαξαν. Αυτό που είχα αγαπήσει δεν υπάρχει, δεν θα το βρω. Πέρασε και αναρωτιέμαι. Που πήγαν όλα.

Κοιτάζω τα θρύψαλα. Δεν είμαι νέος πια, γεμάτος ζωντάνια. Γέρασα, έγινα πικρόχολος, πως έγινε έτσι η ζωή μου ρωτώ ξανά και ξανά. Μπήκα στο παιχνίδι μαζί με τους άλλους. Να δαγκώσω και εγώ, να πληγώσω. Ένα πραγματικό χαμόγελο δεν ζωγραφίζεται πάνω στο πρόσωπο μου, έχει να εμφανιστεί καιρό. Μόνο υποκρισία, μόνο αυτό έχει απομείνει. Έτσι περνάει όλη η μέρα, με ψέματα. Βαθιά μέσα μου αναρωτιέμαι, πού πήγε αυτός ο ευχάριστος νεαρός, που αγαπούσε, που ευχόταν, που ήλπιζε. Που πήγε, έγινε θρύψαλα. Κοιτάζω κατάματα την κάννη του όπλου. Μπαμ.


Created by Diana Chemeris