Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

ΣΚΥΛΙΑ


ΣΚΥΛΙΑ

Κάθε καταραμένο βράδυ. Με κυνηγάνε τα σκυλιά.

Έκανα λάθη, και τα σκυλιά τα θυμούνται. Με κυνηγάνε σαν αρπακτικά, είμαι ένα θήραμα που τρέχει να ξεφύγει. Είναι εικόνες που δεν ξεθωριάζουν, με τον χρόνο σκοτεινιάζουν, διαστέλλονται σε κακά σημάδια, σαν κακός οιωνός. Θυμάμαι στιγμές που δεν αλλάζουν,  στριμώχτηκαν στο παρελθόν και μένουν εκεί. Ήταν επιλογή μου, σφάλματα μου. Τα ήθελα. Τα έκανα.

Ύαινες στο κεφάλι μου, φοβερίζουν, με κάνουν να πιστεύω πως ακόμα κάνω λάθος. Κάποιος γαβγίζει. Δεν είμαι εγώ, είναι εκείνα, τα Σκυλιά. Με κυνηγούν, σκιές γεμίζουν την ζωή μου, σε κάθε στροφή συναντώ εκείνα. Τα δέχτηκα, τα καλωσόρισα, τα χάιδεψα. Ένας άπληστος εαυτός, σίγουρος για την ασφάλεια, ένας εγωισμός που καλοπερνάει, ενώ τα σκυλιά περιμένουν.

Σκυλιά.

Οι σκύλες με δαγκώνουν, με ξεκοιλιάζουν εκ των έσω, βρίσκουν κάθε ρωγμή, κάθε πτυχή του εαυτού μου που δεν θεραπεύω, σκάβουν πιο βαθιά. Δαγκώνουν. Κανένας δεν βοηθάει, κανένας δεν γνωρίζει τα σκυλιά μου. Έχουν δικά τους σκυλιά.

Το κατοικίδιο φαίνεται γλυκό, στο πρώτο αθώο καπρίτσιο γλύφει το χέρι, κλαψουρίζει για άλλα χάδια. Αμέσως πικράθηκα όταν έβγαλε τα δόντια του, πάνω μου. Μεγάλωσαν οι επιπτώσεις όσο καιρό δεν ανησυχούσα, όσο καιρό έστριβα τα μάτια μου ώστε να μην δω, αρνούμενος τις φυσικές ορμές τους. Ήταν άγρια, έγινα άγριος και εγώ. Τώρα δεν μπορώ να ξεφύγω, τα σκυλιά μου ανήκουν.

Με κομματιάζουν. Τα αφήνω, τα ταΐζω. Τους δίνω ένα κομμάτι κρέας του εαυτού μου, εκείνα θέλουν και άλλο. Αφουγκράζονται, φρουρούν, επιτίθενται. Παραπονιέμαι. Άλλα τα γνωρίζω πια.

Τα αναγκάζω να ριχτούν. Ξεχνάω πως τα αφήνω, δεν τα δένω. Ξεχνάω πως εγώ τα επέλεξα, εγώ τα έπλασα, κανένας δεν φταίει. Τα σκυλιά είναι δικά μου. Ζουν μαζί μου. Τα σκυλιά είμαι εγώ. Ο καταραμένος μου εαυτός δεν αλλάζει. Αυτά είναι τα σκυλιά μου.

Τα παιδιά μου. Τα φροντίζω. Περιμένω την επόμενη επίθεση, σαν συνήθεια πλέον. Τα περιμένω. Στην πτώση της ζωής που δημιούργησα. Επικίνδυνα. Κάθε βράδυ, περιμένω ήσυχος. Καθώς εκείνα με πλησιάζουν, μένω ακίνητος. Καθώς εκείνα με μυρίζουν, παραμένω ατάραχος. Ψάχνουν την  ιδανική στιγμή, όταν αδυνατώ να τα ξημερώσω. Τότε που πλέον παραδίνομαι, και με τρώνε ζωντανό .
Πλησιάζουν, τα ακούω, η ανάσα τους κοντά. Γαβγίζουν.

Created by Diana Chemeris

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

EΥΧΗ


EΥΧΗ

Ένα αστέρι πέφτει, γοργά πρέπει να κάνω μια ευχή. Έτσι ξέρω, έτσι μου είπανε παιδί. Όταν ένα αστέρι πέφτει, πρέπει να κάνω μια ευχή. Ένα αστέρι έχει μεγάλη δύναμη διάβαζα στα παραμύθια. Πραγματοποιεί όνειρα, ακούει ανθρώπους, απαντάει σε διάφορους. Ένα αστέρι καθοδηγεί.

Τόσες ευχές δεν χωράνε σε μια σκέψη, άραγε χωράνε σε ένα αστέρι. Εκείνο ταξιδεύει, άγνωστο σε ποια γωνία, ίσως και λίγο αδιάφορο. Εγώ συνεχίζω να βλέπω το ίδιο αστέρι, πάντα λαμπερό εκεί ψηλά. Ώσπου ένα βράδυ πέφτει.

Τρέχει, αφήνει λαμπρή γραμμή, ώσπου φεύγει. Ίσως είναι μεγαλύτερο, ίσως είναι σκοτεινό, ίσως είναι γυαλιστερό. Τόσο μακριά, μυστήρια μαγεύει. Συνηθισμένο στην σιωπή, δεν ταξιδεύει για εμάς, δεν ακούει την πολυλογία.  Δεν καταλαβαίνει από ευχές.

Εγώ εύχομαι. Σπάνια συναντώ αστέρια να πέφτουν, συνέχεια βλέπω μονάχα ανθρώπους που πέφτουν. Το πέτυχα. Ένα αστέρι πέφτει, ας κάνω μια ευχή.  Ας σταματήσει να πέφτει.

Εύχομαι να σταματήσει. Εκείνο που τόσοι δίνουν αξία, για μένα δεν έχει καμία σημασία. Εκείνο που τόσοι νομίζουν σημαντικό, εγώ δεν το γνωρίζω ούτε αυτό.

Εύχομαι να δει. Από ένα αστέρι μπορεί να μάθει. Μερικοί το ξεχνούν, δεν το κοιτούν, δεν αντιδρούν. Έφυγαν τα όνειρα για το άστρο εκείνο. Ξεχνούν να του μιλούν, ξεχνούν να παίρνουν την απάντηση.

Εύχομαι να καταλάβει. Τα άστρα τόσα έχουν να πουν, που μια τυφλή ψυχή δεν μπορεί να ακούσει. Κλείνεται και το φως λείπει. Στις βουβές μέρες τα άστρα βοηθούν, μονάχα εκείνα κατανοούν.

Εύχομαι να μάθει. Μερικοί δεν μεταχειρίζονται τα άστρα σωστά. Σκέψεις, νιώθουν μια ανάγκη να ειπωθούν, μπερδεύουν αλήθειες με ψέματα για μια λανθασμένη σιγουριά. Στο τέλος παραμένουν λόγια. Μονάχα το άστρο το γνωρίζει αυτό.

Εύχομαι να αποδεχτεί. Από τα άστρα καταγόμαστε, εκεί θα πάμε, δεν το βλέπει. Απλά δεν το θυμάται. Ίσως το δεχτεί. Ίσως όμως χαθεί.

Εύχομαι να τολμήσει. Μερικοί τα φοβούνται. Ώσπου ξεχνούν την ύπαρξη τους, πόσο σημαντικά είναι στην ζωή. Εύχομαι να ταξιδέψουν ανάμεσα τους, εύχομαι θαρραλέα να ρίξουν την ματιά τους.

Εύχομαι το ταιριαστό. Εύχομαι το αντίθετο. Μια σχέση που κρατά αιώνες πλέον, τα άστρα την υποστηρίζουν, προσέχουν και φροντίζουν. Πέφτουν για χάρη τους.

Εύχομαι να πέσει.

Created by Diana Chemeris

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ


ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Ο Κύριος Π. έχει κατασταλάξει. Αποφάσισε από καιρό την  πορεία της ζωής του, την οποία ακολουθεί πιστά. Αποφάσισε και πέτυχε. Ο Κύριος Π. είναι σημαντικός άντρας στον κλάδο του, του εμπιστεύονται πολλοί τις υποθέσεις τους.  Έχει βοηθήσει κόσμο. Κανένας δεν μπαίνει στον δρόμο του. Όσους συναντάει, τους αντιμετωπίζει μεθοδικά και έξυπνα, τους προσπερνάει.

Ο Κύριος Π. είναι πλούσιος, μεγαλοδικηγόρος, τίποτα δεν του λείπει. Σχεδόν τίποτα. Του λείπει κάτι δικό του, κάτι που θα του άνηκε σώμα και ψυχή. Ένα δημιούργημα. Ένα παιδί. Αντίθετα, είναι μόνος, αυτό του δημιουργεί μια πληγή. Επιθυμεί και προσπαθεί, άλλα είναι το μοναδικό πράγμα που ακόμα αργεί να εκπληρωθεί.

Η σημερινή μέρα είναι σημαντική για τον Κύριο Π. Τον περιμένουν στο δικαστήριο, υπερασπίζεται έναν σημαντικό πελάτη. Ο Κύριος Π. κάνει καλά την δουλειά του, και ξέρει ήδη πως έχει νικήσει.

Δυστυχώς για τον Κύριο Π. η Porsche χάλασε. Αναγκάστηκε να καλέσει ταξί. Στον δρόμο ξέχασε εκείνα που του λείπουν, σκεφτόταν μονάχα την δουλειά του. Διάβαζε την υπόθεση και σκαρφιζόταν νέους τρόπους ώστε να φέρει την επόμενη επιτυχία. Το ταξί έφτασε στον προορισμό του, πλήρωσε μετρητά πενήντα ευρώ και πήρε τα ρέστα.

Έξω από τα δικαστήρια ο αέρας φύσηξε έντονος. Ένα έγγραφο της υπόθεσης, φυγαδεύτηκε από τα χέρια του μαζί με τον άνεμο. Ο Κύριος Π. το αντιλήφθηκε, η ματιά του ακολούθησε προσεχτικά το χαρτί όπου προσγειώθηκε στα πόδια ενός παιδιού.

Το μικρό παιδί, έμοιαζε πέντε ή έξι. Σήκωσε το έγγραφο, προσπάθησε να το διαβάσει, να καταλάβει.
Ο Κύριος Π. το πλησίασε, ζήτησε το χαρτί που του ανήκει, το παιδί φοβισμένο το παρέδωσε.

Το παιδί συνέχισε να περιεργάζεται τον Κύριο Π. Στα μάτια του όλα εκείνα που του λείπουν. Άπλωσε το βρόμικο χεράκι του, ζήτησε ψηλά.

Ο Κύριος Π. γύρισε την πλάτη. Έφυγε δίχως να κοιτάξει ξανά το ταλαιπωρημένο παιδί. Επέστρεψε στον δρόμο της επιτυχίας.


Created by Diana Chemeris